Μια διδακτική τριετία για το τέλος του λαϊκισμού

Εκτύπωση
PDF

Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» την Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

1. Τα χρόνια που πέρασαν από τον Ιανουάριο του 2015 είναι λίγα ως ιστορικός χρόνος, είναι, όμως, αρκετά για μια ασφαλή αξιολόγηση αυτής της κυβερνητικής περιόδου. Σε περίοδο κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, το κριτήριο και το ύφος πρέπει να είναι συναρτημένα όχι με την κομματική τοποθέτηση που προσδιορίζει αυτομάτως την υπεράσπιση ή την απόρριψη του κυβερνητικού έργου, αλλά με την εθνική ανάγκη. Η εθνική ανάγκη επιβάλλει συνεννόηση. Ο λόγος για τη συνεννόηση και ενδεχομένως τη σύγκλιση καταντά συνθηματολογικός αν περιορίζεται σε αφορισμούς.

2. Αυτή η περίοδος υπήρξε διδακτική για πολλούς και για πολλά: 

• Για την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη

• Για την αναγκαιότητα θετικών συσχετισμών στο εσωτερικό της χώρας αλλά ιδίως στις διεθνείς συμμαχίες και τις υποχρεώσεις που αυτές συνεπάγονται.

• Για την απόρριψη του λαϊκισμού και της δημαγωγίας που τελικώς έχουν θύμα τον ίδιο το λαό.

Μπορούμε, άραγε, να μιλήσουμε για την ήττα του λαϊκισμού και το τέλος των ψευδαισθήσεων; Ενόψει των πολιτικών εξελίξεων, οψέποτε προκύψουν, οι πολίτες οφείλουν να σταθμίσουν τις επιλογές τους με τη σοφία του μέλλοντος και όχι με την απλουστευτική εμπειρία του παρόντος. Σε διαφορετική περίπτωση, ο φαύλος κύκλος θα διαιωνίζεται.

3. Η κυβέρνηση υπονόμευσε από τη γέννησή της κιόλας την ευοίωνη προοπτική της για τους εξής, κυρίως, λόγους:

• Η επιχειρηματολογία της ήταν και παραμένει ισοπεδωτική και καταγγελτική και όχι λόγος ρεαλιστικής πρότασης για μια αλλαγή προς το καλύτερο.

• Η ετερόκλητη κυβερνητική σύμπραξη αποκάλυψε την έμφαση στην κατάληψη και διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας ασχέτως χρώματος πολιτικής και προσήμου θέσεων.

Τούτων δοθέντων, οδηγήθηκε σε ιδεολογική απογύμνωση, προγραμματικό κενό και διαχειριστικό αδιέξοδο. Έτσι, η παρούσα κυβέρνηση εκ των πραγμάτων: 

• Εμφανίζει τη μεγαλύτερη διάσταση προεκλογικών εξαγγελιών και κυβερνητικής πρακτικής σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη μετά το 1974.

• Διαθέτει την ασθενέστερη πολιτική επιχειρηματολογία στην προσπάθεια υπεράσπισης του έργου της. Η εικόνα των στελεχών της συμπολίτευσης που δηλώνουν πως αναγκάζονται να εφαρμόζουν αυτήν την πολιτική χωρίς να το θέλουν όπως και ο ισχυρισμός ότι η αιτία βρίσκεται συλλήβδην στην προ του ΣΥΡΙΖΑ μεταπολίτευση είναι φαιδρή και γι’ αυτό καθόλου πειστική. Γιατί, βεβαίως, ουδείς επιχαίρει-ούτε οι προηγούμενοι- όταν οι συνθήκες επιβάλλουν πολιτικές μονοδρόμου, όσο δε για τη μεταπολίτευση μπορεί να εκτιμηθεί πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο πρωταγωνιστής της μεταπολιτευτικής πολιτικής περιόδου το πιο πιθανό είναι η Ελλάδα να βρισκόταν στο διεθνές περιθώριο. 

• Δυσφορεί για την κριτική που της ασκείται δαπανώντας πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο σε μια τριτοκοσμικού τύπου αντιπαράθεση. Ως αντιπολίτευση έσπειρε ανέμους και ως κυβέρνηση θερίζει θύελλες. Οι χαρακτηρισμοί περί Πινοσέτ και Τσολάκογλου καθώς και η χρήση βίας ως πολιτικού εργαλείου επιστρέφουν και εκδικούνται τους εμπνευστές τους.

• Ηττήθηκε από τη μνημονιακή ατζέντα χωρίς να προσθέσει τη δική της νέα πολιτική. Ακόμη και η θέσπιση της απλής αναλογικής χωρίς ιδίως την κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών έγινε με όρους τακτικής και όχι αρχών.

• Αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τα στοιχεία δημοσιονομικής σταθεροποίησης παγιδευμένη στη δική της πρακτική, όταν οι καθ’ υπαγόρευση Αγανακτισμένοι ζητούσαν να καεί η Βουλή και τα πλεονάσματα των προηγούμενων περιόδων χαρακτηρίζονταν προϊόντα απομύζησης του αίματος του λαού.

• Επιλέγει να μιλά για τους δείκτες της οικονομίας διαχωρίζοντας τη χώρα από τους πολίτες που βιώνουν την πρωτοφανή κρίση στην καθημερινότητά τους. Άλλωστε, η λήξη του μνημονίου θα είχε συντελεστεί εδώ και κάποια χρόνια αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε τη στάση ευθύνης που απαιτεί σήμερα από τους άλλους.

4. Το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να αναχαιτίσει το κλίμα πόλωσης που τεχνηέντως καλλιεργούν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση. Στο επικείμενο Συνέδριο ορίζουμε με σαφήνεια αφενός το διακύβευμα για την ανταγωνιστική Ελλάδα και αφετέρου το πεδίο σύγκλισης του ευρύτερου δυνατού μετώπου δυνάμεων εντός και εκτός πολιτικής ώστε το εθνικό διακύβευμα να απαντηθεί υπέρ των συμφερόντων της χώρας και του ελληνικού λαού ταυτοχρόνως.


Θεσμοί