Συνέντευξη στο ραδιόφωνο του «Antenna»

Εκτύπωση
PDF

Η τροπολογία για τα βυτιοφόρα, η ρύθμιση για τα οικονομικά των κομμάτων, η ανανέωση των ψηφοδελτίων, η αξιολόγηση και η κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, τέθηκαν το μεσημέρι σε συνέντευξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Δημήτρη Ρέππα στο ραδιόφωνο του ΑΝΤΕΝΝΑ, στον Κώστα Λασκαράτο. Ακόμη, ο κ. Ρέππας μίλησε για τη δική του υποψηφιότητα και απάντησε εάν «το ΠΑΣΟΚ αποτέλειωσε την χώρα» και εάν «ντρέπεται για το πολιτικό σύστημα και την εικόνα που βγάζει προς τα έξω».

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καλό μεσημέρι κύριε Υπουργέ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Καλό μεσημέρι και στους ακροατές μας.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι κάνετε, πως είστε; Έχει προηγηθεί και η χθεσινή νίκη σας, πέρασε το δικό σας, να το πω έτσι, άγαρμπα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Καλά είμαστε, όσο το επιτρέπουν οι περιστάσεις. Αντιλαμβάνεστε ότι είμαστε σε μια πάρα πολύ δύσκολη περίοδο. Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι να είναι καλά η χώρα και οι πολίτες

Σχετικά με χθες, δεν θα έλεγα ότι πρόκειται για νίκη. Πολύ περισσότερο δεν πέρασε το δικό μου. Απλώς, είναι μια ρύθμιση η οποία είχε ψηφιστεί από τη Βουλή και η όποια αλλαγή θα έπρεπε να αποφασιστεί από μία Κυβέρνηση, η οποία είναι πλέον Κυβέρνηση συνεργασίας. Δεν είναι δυνατόν μία πολιτική επιλογή να μην έχει σταθμιστεί έτσι ώστε να συγκεντρώνει τη συμφωνία όλων των πλευρών που συγκροτούν αυτή την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση Παπαδήμου είναι Κυβέρνηση συνεργασίας, άρα λοιπόν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις όλων των κομμάτων που την στηρίζουν.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πρέπει όλοι να μάθουν να δρουν συλλογικά, λέτε δηλαδή κύριε Υπουργέ;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Εγώ θα έλεγα ότι αυτό αφορά όλους τους Έλληνες. Πρέπει στην κουλτούρα μας η συλλογικότητα, η συνεργασία -μια και μιλώ συχνά για την ανάγκη της εθνικής συνέργειας, προκειμένου να υπερβούμε την κρίση- είναι στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζονται από μεγάλα ελλείμματα και πρέπει να κάνουμε ποιοτικά άλματα στην κατεύθυνση της βελτίωσης της επίδοσή μας στον τομέα αυτό.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να σας πάω κάπου αλλού τώρα κύριε Υπουργέ. Σε αυτές τις τροπολογίες Γιαννίτση, που πέρασαν χθες βράδυ, τροπολογίες που έχουν σχολιαστεί από τους πολίτες, κυρίως, και μετά έρχεται το σχόλιο των δημοσιογράφων. Και να πάμε συγκεκριμένα σε αυτήν την τροπολογία που αποδεσμεύει την χορήγηση της τακτικής κρατικής επιχορήγησης προς τα υπερχρεωμένα κόμματα του Κοινοβουλίου δίχως να υπάρχει κίνδυνος να τις δεσμεύσουν οι Τράπεζες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Πρώτα απ’ όλα δεν πρόκειται για τροπολογία. Πρόκειται για μία ρύθμιση σε ένα νομοσχέδιο το οποίο συζητήθηκε στην αρμόδια Επιτροπή. Δεν συζητείται στην Ολομέλεια, άρα λοιπόν είναι στο σώμα του νομοσχεδίου. Αυτό είναι μια διαδικαστική παρατήρηση.

Επί της ουσίας τώρα: Οι ρυθμίσεις αυτές, είναι ρυθμίσεις οι οποίες γίνονται εδώ και αρκετά χρόνια για να στηρίξουν τη λειτουργία των κομμάτων, εμμέσως και του Κοινοβουλίου. Σε τελευταία ανάλυση τα κόμματα και οι φίλοι, τα μέλη, τα στελέχη τους και οι άνθρωποι που τα ψηφίζουν, νομίζω ότι αξίζει να έχουν αυτήν την υποστήριξη, όπως οποιοδήποτε κόμμα επιλέξει ο ελληνικός λαός στην αυριανή Βουλή θα έχει μια ανάλογη υποστήριξη, αντίστοιχη προς τη δύναμη που έχει, γιατί αυτό νομίζω ότι αποτελεί ζωτικό στοιχείο λειτουργίας της Δημοκρατίας.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μιλάτε για μια πάγια τακτική.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Νομίζω ότι είναι εξαιρετικά ισοπεδωτικό να θέτουμε ένα τέτοιο θέμα αυτήν την περίοδο. Εγώ αντιλαμβάνομαι ότι το μέγεθος της οικονομικής κρίσης, μας κάνει όλους να είμαστε προσεκτικοί. Δέχομαι ότι είναι πολύ ορθή η μείωση, σε σημαντικό ποσοστό, της επιχορήγησης των κομμάτων από το κράτος, δεν συμφωνώ όμως με μία προσέγγιση ισοπεδωτική, του τύπου ότι θα πρέπει τα κόμματα να αφεθούν στην τύχη τους. Αντιλαμβάνεστε τότε ποιες είναι εκείνες οι δυνάμεις του χρήματος, οι οποίες θα επικρατήσουν στη δημόσια ζωή της χώρας και θα την καθοδηγούν.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Όμως, οι πολίτες κύριε Υπουργέ, νοιώθουν πως σε μεγάλο βαθμό αυτοί έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Όταν η ανεργία είναι σε αυτά τα επίπεδα που όλοι βλέπουμε, όταν οι εργαζόμενοι βλέπουν τους μισθούς τους μήνα με το μήνα να κουτσουρεύονται και το ωράριο να αυξάνεται, τότε δεν είναι δικαιολογημένες αυτές οι ενστάσεις των πολιτών;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Ήρθε η ώρα η χώρα μας -και έχουμε ευθύνη σε αυτό κυρίως εμείς βεβαίως, αλλά όχι μόνον εμείς- να πληρώσει το λογαριασμό. Εγώ το παρατηρώ αυτό, δεν ενθυμούμαι να έχει ασκηθεί κάποια κριτική ή να έχει εκφραστεί κάποιο παράπονο από οποιαδήποτε πλευρά, την εποχή που δανειζόμασταν αλόγιστα, την εποχή που δίναμε αυξήσεις ή δίναμε παροχές, οι οποίες ήταν πέραν από τις προφανείς δυνατότητες που είχε η χώρα μας. Τώρα που ήρθε η ώρα του λογαριασμού και η πολιτική των περιορισμών είναι αναπόφευκτη, ασφαλώς διατυπώνονται παράπονα και κριτικές. Δεκτά και θεμιτά.

Σκεφτείτε όμως, γιατί όλα μέσω της σύγκρισης μπορούν να οδηγήσουν στο σωστό συμπέρασμα, ποιά θα ήταν η κατάσταση της χώρας και για τους μισθωτούς και για τους συνταξιούχους, αν είχαμε ακολουθήσει μια άλλη πορεία. Αν δηλαδή είχαμε οδηγήσει την Ελλάδα σε κατάρρευση και εκτός της ευρωπαϊκής οικογένειας. Σήμερα ίσως υπήρχε πλήρης αδυναμία καταβολής και αυτών των μειωμένων συντάξεων και των περικοπέντων μισθών. Ας τα δούμε όλα αυτά μέσα από μια συγκριτική ματιά για να βγάλουμε ένα ορθολογικό συμπέρασμα και ας δουλέψουμε για να γίνει παραγωγική και ανταγωνιστική η χώρα και κάποια στιγμή να αυξήσουμε πάλι και τις παροχές και τους μισθούς και τις συντάξεις.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ο λογαριασμός για τον οποίο κάνατε λόγο περιλαμβάνει και απολύσεις στο Δημόσιο;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Ο λογαριασμός περιλαμβάνει μέτρα τα οποία είναι οδυνηρά και αποτελούν και μία διδακτική εμπειρία για όλους που βιώνουμε αυτή την κρίση. Γνωρίζετε ότι έχουμε δεσμευτεί από το πρώτο μνημόνιο μέχρι το τέλος του 2015 να μειώσουμε κατά 150.000 εργαζόμενους, το προσωπικό που απασχολείται στο ελληνικό κράτος. Αυτόν το στόχο θα τον επιτύχουμε. Έχουμε μια στενή συνεργασία με τους εκπροσώπους του μηχανισμού των δανειακών δυνάμεων, δηλαδή του μηχανισμού στήριξης, έχουμε τη συνεργασία εξωτερικού συμβούλου και προσπαθούμε να επιτύχουμε αυτό το στόχο με πολλούς τρόπους: Μέσω της μείωσης του αριθμού των νέων προσλήψεων, ισχύει η αναλογία ένα προς πέντε, ειδικώς για τις λεγόμενες ΔΕΚΟ είναι ένα προς δέκα η αναλογία αυτή. Δεύτερον, μέσω της μείωσης του αριθμού των συμβασιούχων. Και τρίτον μέσω των συνταξιοδοτήσεων και των αποχωρήσεων, που όμως οι αποχωρήσεις αυτές θα πρέπει να είναι το προϊόν μιας αξιολόγησης, μιας διαδικασίας τεκμηριωμένης που πρέπει να γίνει στο ελληνικό δημόσιο, ώστε να αποφύγουμε οριζόντια κριτήρια που είναι ανορθολογικά και άδικα. Γιατί μαζί με τα ξερά καίγονται συχνά και τα χλωρά και το κράτος στερείται στελεχών που είναι χρήσιμα και αδίκως οδηγούνται σε αποστρατεία και απομακρύνονται.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποιο θα είναι αυτό το κριτήριο κύριε Ρέππα, το οποίο μετά την αξιολόγηση θα δείξει σε κάποιον την έξοδο από το Δημόσιο; Θα είναι η χαμηλή βαθμολογία; Θα είναι κάτι άλλο; Θα είναι ένας συνδυασμός;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Η αξιολόγηση που γίνεται σε συνεργασία με την ομάδα δράσης, συμπεριλαμβάνει μεταξύ των άλλων και την αξιολόγηση, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά στο Δημόσιο. Επιτέλους, γνωρίζουμε πόσοι είμαστε αυτοί που στελεχώνουμε το ελληνικό κράτος. Ήρθε η ώρα να μάθουμε και ποιο είναι το ποιοτικό επίπεδο αναφοράς μας, τί ακριβώς ζυγίζουμε και τί μετράμε αυτοί που στελεχώνουμε το ελληνικό κράτος. Αυτό θα γίνει με μία διαδικασία αξιολόγησης: αξιόπιστη, αντικειμενική και διαφανή, η οποία ξεκίνησε για δύο Υπουργεία, το Υπουργείο το δικό μας και το Υπουργείο Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Η διαδικασία αυτή, θα έχει ως αποτέλεσμα την ταξινόμηση των υπαλλήλων σε έναν πίνακα αξιολόγησης, γιατί βεβαίως αλλιώς αξιολογείται ο υπάλληλος που ασκεί καθήκοντα σε μία θέση υψηλού βαθμού και αλλιώς ασκεί τα καθήκοντα π.χ. στο επίπεδο του κλητήρα. Αυτή η προσέγγιση θα γίνει με κριτήρια που προσιδιάζουν σε κάθε θέση και όταν έχουμε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, τότε θα δούμε πώς θα αξιοποιήσουμε καλύτερα το ανθρώπινο δυναμικό, μετακινώντας υπαλλήλους από τη θέση όπου το ανθρώπινο δυναμικό πλεονάζει, σε θέσεις όπου λείπει. Γιατί κι εσείς έχετε παρατηρήσει και πολλοί το θέτουν, ότι έχουμε υπηρεσίες οι οποίες είναι υποστελεχωμένες, συχνά είναι και νευραλγικές κάποιες τέτοιες υπηρεσίες, ενώ αλλού οι υπηρεσίες κατακλύζονται από προσωπικό που ίσως δεν το χρειάζονται.

Αυτήν την κινητικότητα του ελληνικού δημοσίου, είναι το πρώτο που πρέπει να κάνουμε. Και έχουμε ψηφίσει αυτή τη ρύθμιση για την κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Όποιος είναι στο ελληνικό δημόσιο, υπηρετεί σε ένα Υπουργείο, δεν είναι πλέον υπάλληλος του συγκεκριμένου Υπουργείου. Μπορεί με εύκολες διαδικασίες να μετακινηθεί κάπου αλλού μέσα στο ελληνικό κράτος, αναλόγως των προσόντων του και ως αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης, να καλύψει ένα κενό ώστε να μην χρειάζεται να κάνουμε νέα πρόσληψη.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καταλαβαίνω λοιπόν ότι θα δείτε ποιο είναι το ανθρώπινο δυναμικό το οποίο έχει το Δημόσιο και θα δείτε που μπορείτε να το τοποθετήσετε για να είναι παραγωγικό.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Έτσι ακριβώς. Και θα δούμε ποια είναι η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πολύ ωραίο ακούγεται αυτό κ. Ρέππα. Όμως ο χαμηλός βαθμός, αν κάποιος δεν πάει καλά μια μέρα, έχει ακεφιές, έχει προσωπικά προβλήματα, δεν πιάσει το βαθμό που θα μπορούσε ενδεχομένως σε κάποια άλλη περίσταση, θα δει την πόρτα εξόδου;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Δεν θα είναι ένας γραπτός διαγωνισμός, όπως πιθανόν το έχετε στο μυαλό σας. Θα είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων με διαφορετικό συντελεστή βαρύτητας για κάθε παράγοντα. Θα μετράει βεβαίως η εμπειρία, θα μετράνε οι εκθέσεις που έχει κάθε υπάλληλος από τους προϊσταμένους του, οι οποίοι δεν ορίζονται από τον Υπουργό αλλά από το ειδικό όργανο του ΑΣΕΠ, το ΕΙΣΕΠ, Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων. Επίσης, θα μετράει το σύνολο των γνώσεων που έχει, εάν γνωρίζει ξένες γλώσσες, εάν είναι καταρτισμένος στα συστήματα πληροφορικής και θα υπάρχει και ένα τεστ πολλαπλών επιλογών, προκειμένου έτσι να δώσουμε τη δυνατότητα μέσα από ένα τέτοιο τεστ να αξιολογηθεί ο υπάλληλος.

Θα μπορούσαμε ίσως -και θα ήταν σωστό κάτω από άλλες συνθήκες- να υιοθετήσουμε τη μεθοδολογία της συνέντευξης προκειμένου να αξιολογείται και η προσωπικότητα του υπαλλήλου. Δυστυχώς όμως, επειδή τα προηγούμενα χρόνια χρησιμοποιήθηκε με ένα τρόπο στρεβλό η συνέντευξη, και επικράτησε η φράση της «γαλάζιας συνέντευξης», με ερωτήσεις οι οποίες ήταν απολύτως ανόητες και χωρίς αξία, προκειμένου να επιλέγονται αυτοί που η εκάστοτε διοίκηση ήθελε να επιλέξει, αποφεύγουμε να υιοθετήσουμε τη συνέντευξη. Αλλά σε όλες τις χώρες, υπάρχουν διαδικασίες αξιολόγησης που περιλαμβάνουν κάποια τέτοια κριτήρια και μία ανάλογη μεθοδολογία. Δεν θα ανακαλύψουμε τον τροχό. Θα χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία πολλών άλλων χωρών.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Βλέπουμε πολλούς συναδέλφους σας του  ΠΑΣΟΚ να έχουν δηλώσει ήδη την πρόθεσή τους να μην θέσουν ξανά υποψηφιότητα στις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Πέρασε από το μυαλό σας η ιδέα να μην ξανακατέβετε;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Τιμώ τη θέση και την απόφαση όλων των συναδέλφων. Όταν μιλούμε για πρόσωπα, τα οποία έχουν κριθεί από τον ελληνικό λαό και έχουν συγκεντρώσει ένα σημαντικό αριθμό ψήφων, έχουν εκπροσωπήσει τον ελληνικό λαό, οφείλουμε να σεβόμαστε αυτήν την ιδιότητά τους και τις αποφάσεις που παίρνουν. Καθ’ όσον με αφορά, αυτήν την κρίσιμη ώρα που το ποσοστό το οποίο θα διεκδικήσει και θα πετύχει το ΠΑΣΟΚ  σε αυτές τις εκλογές είναι απολύτως κρίσιμο για τη δυνατότητά του να ανακάμψει ή όχι, θεωρώ ότι εγώ πρέπει να είμαι παρών. Να δώσω τη μάχη, χωρίς να διεκδικώ κάτι το οποίο αφορά προσωπικό στόχο. Άλλωστε, λέω πάντα ότι «εμείς ανήκουμε στο ΠΑΣΟΚ, δεν ανήκει το ΠΑΣΟΚ σε εμάς». Δηλώνω δηλαδή διαθεσιμότητα στα Όργανα του Κινήματος, εάν θεωρείται χρήσιμη η παρουσία μας, γιατί μπορεί να κριθεί ότι δεν είναι χρήσιμη η παρουσία μας, είμαι σύμφωνος και με αυτό. Αν όμως αποφασιστεί ότι πρέπει να δώσω κάπου τη μάχη, θα τη δώσω με ευθύνη, όπως κάνω πάντα άλλωστε, όλα αυτά τα χρόνια.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ακόμα και στη Β΄ Αθηνών;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Οπουδήποτε το κόμμα με εντάξει, εγώ θα είμαι έτοιμος να δώσω τη μάχη, παρουσιάζοντας στον ελληνικό λαό τις απόψεις του Κινήματός μας, προκειμένου έτσι να βοηθήσω την Ελλάδα, μέσω της παράταξης που πιστεύω ότι αποτελεί το βασικό βραχίονα για να μπορέσει η χώρα μας να έχει θετική προοπτική.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θέλω να μου πείτε κ. Ρέππα εάν εσείς πιστεύετε ότι «το ΠΑΣΟΚ αποτέλειωσε την χώρα», όπως είπε η κα Παπανδρέου και εάν «ντρέπεστε για το πολιτικό σύστημα και την εικόνα που βγάζει προς τα έξω», όπως είπε σήμερα ο κ. Ραγκούσης.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Επειδή είμαστε σε μια περίοδο κρίσης, δεν θα πρέπει να κάνουμε με πολιτικό μυωπισμό μία ισοπεδωτική καταγραφή σε όσα έγιναν σε αυτόν τον μεταπολιτευτικό κύκλο. Γνωρίζετε ότι η Ελλάδα της κρίσης, παραμένει σήμερα μέσα στις 30 ισχυρότερες Οικονομίες του κόσμου. Πρέπει να γνωρίζετε ότι από το 1974 μέχρι σήμερα είχαμε την καλύτερη Δημοκρατία που είχε ποτέ η Ελλάδα στην πολιτική ιστορία της. Έχουμε βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και τις λειτουργίες της χώρας με σύγχρονες υποδομές, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα άλλες χώρες της Ευρώπης. Όλα αυτά είναι επιτεύγματα του ελληνικού λαού και νομίζω ότι και το πολιτικό σύστημα κάτι προσέφερε προς αυτήν την κατεύθυνση. Ασφαλώς, η αστοχία των επιλογών οδήγησε στη σημερινή κρίση. Θα έλεγα ότι πολλά πράγματα που προσπαθούμε να κάνουμε μέσα στον πυκνό πολιτικό χρόνο των δύο ετών θα έπρεπε να έχουν γίνει τις προηγούμενες δεκαετίες. Κι έχουμε ευθύνη γι’ αυτό όλοι. Γιατί όπως είπα και στην αρχή της συνομιλίας μας δεν ακούστηκε κριτική, δεν εκφράστηκε παράπονο όταν μοιράστηκαν παροχές, ενώ όλοι καταλάβαιναν ότι αυτό γίνεται σε βάρος της προοπτικής της χώρας, αφού ξεπερνά τις οικονομικές αντοχές και δυνατότητές της. Παρά ταύτα, εγώ θα έλεγα ότι η κα Παπανδρέου –για να είμαστε πλήρεις στην ενημέρωση- είπε ότι «η Ν.Δ. κατέστρεψε την χώρα» και προσέθεσε μία αναφορά για τις ευθύνες του ΠΑΣΟΚ. Αυτό όμως, ότι αναφέρθηκε πρωτίστως στη Ν.Δ. και την καταστροφική πολιτική της δεν προβάλλεται με ίδιο τρόπο, όσο προβάλλεται η κριτική που άσκησε για την πολιτική του ΠΑΣΟΚ της τελευταίας διετίας.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Ρέππα, επειδή και εσείς διαβάζετε πολύ καλά τις δημοσκοπήσεις και βλέπουμε ότι είναι πολύ δύσκολο κάποιο κόμμα να νικήσει και μάλιστα αυτοδύναμα, βλέπετε μετεκλογική συνεργασία με τη Ν.Δ., με Πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Έχω πει κατ’ επανάληψη ότι «για να ξεπεράσουμε την κρίση απαιτείται εθνική συνέργεια». Αυτό σημαίνει ότι στην πολιτική δραστηριότητα πρέπει να φύγουμε από τα κομματικά χαρακώματα και να μετακινηθούμε στα εθνικά σύνορα. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να κινηθούμε. Κατά τα άλλα, ο ίδιος ο ελληνικός λαός με την ψήφο του θα δώσει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, που θα είναι και η κατεύθυνση προς την οποία θέλει να κινηθεί η χώρα, είτε προς τα δεξιά, είτε προς τα λεγόμενα αριστερά. Θέλω να πιστεύω ότι το ΠΑΣΟΚ με άλλες συγγενείς δυνάμεις μπορεί να επιτύχει μία προγραμματική σύγκλιση έχοντας την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών για να σχηματίσουν Κυβέρνηση. Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, μπορεί να επιτευχθεί κάτι αντίστοιχο στην άλλη κατεύθυνση, στο μέτωπο της Ν.Δ. και των συγγενών της πολιτικών δυνάμεων. Εάν ούτε το ένα, ούτε το άλλο είναι εφικτό, τότε η χώρα ασφαλώς πρέπει να κυβερνηθεί και νομίζω ότι δεν πρέπει να αποκλείσουμε από τώρα, εκ προοιμίου, επιλογές που ίσως τότε αποδειχθεί ότι είναι αναπόφευκτες. Θα προτιμούσα πάντως από τον ελληνικό λαό, επειδή ο κάθε πολίτης γνωρίζει ότι στις εκλογές ψηφίζουμε για να αναδείξουμε Κυβέρνηση δεν ψηφίζουμε για να ορίσουμε Αντιπολίτευση, να κάνει τις επιλογές του με αίσθημα ευθύνης και να δώσει μία και συγκεκριμένη σαφή κατεύθυνση για τη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό είναι εθνική προσφορά και νομίζω ότι όλοι πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτό.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν μου απαντήσατε εάν θα βλέπετε τον Αντώνη Σαμαρά στο τιμόνι μιας Κυβέρνησης.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Σας απάντησα ότι δεν αποκλείω τίποτα, αλλά δεν είναι αυτό η επιλογή μου η προσωπική και η επιλογή του κόμματός μας. Εμείς αγωνιζόμαστε για την πρωτιά, λέω ότι «στο ΠΑΣΟΚ δεν συμβιβαζόμαστε με τίποτα λιγότερο από την πρώτη θέση σε μια εκλογική αναμέτρηση». Μπορείτε να δείτε εσείς μία Κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Βαγγέλη Βενιζέλο ή Πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά ή κάποιο άλλο πρόσωπο, που είναι ένα ενδεχόμενο, το οποίο εγώ δεν το βλέπω ως το πιο πιθανό; Αλλά, δεν θέλω από τώρα να αποκλείσουμε και να δεσμεύσουμε τον εαυτό μας και την χώρα για το τι μπορεί να προκύψει. Ας κρατήσουμε έναν χώρο για να κάνουμε τις επιλογές μας όταν θα έχουμε δεδομένα τα αποτελέσματα. Γιατί και εσείς αυτήν την ώρα εάν ερωτηθείτε δεν είστε σε θέση -και ουδείς το μπορεί- να μου πείτε ποιο είναι το εκλογικό αποτέλεσμα; Πού να το ξέρετε;

Είναι κάπως αλαζονικό και κάπως υπερφίαλο τώρα, εμείς, να προσδιορίζουμε πως θα συγκροτηθεί η Κυβέρνηση μετά τις εκλογές, όταν δεν έχουν γίνει καν οι εκλογές. Ας είμαστε λίγο πιο μετρημένοι, ας αφήσουμε τον ελληνικό λαό να εκφραστεί ελεύθερα. Η Δημοκρατία μας θα βρει τις λύσεις που αρμόζουν στο συμφέρον της χώρας.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Ρέππα, λέει ο κόσμος γιατί δεν ανανεώνονται τα κόμματα. Και διερωτώμαι ειλικρινά, θα ήταν ένα μήνυμα ανανέωσης εάν τα δύο μεγάλα κόμματα –ας μιλήσουμε για το δικό σας τώρα, για το οποίο μπορείτε να μιλήσετε- έλεγαν ότι εμείς θα κατεβάσουμε προφανώς παλαιά μας στελέχη να ζητήσουν το σταυρό από το εκλογικό σώμα, αλλά στο Επικρατείας θα έχουμε μόνο νέα πρόσωπα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Η πολιτική ζωή και ιδίως το Κοινοβούλιο, από εκλογική αναμέτρηση σε εκλογική αναμέτρηση ανανεώνονται σε σημαντικό ποσοστό. Εάν δείτε τη Βουλή του 2009 θα διαπιστώσετε ότι μετέχουν σε αυτήν πολλοί νέοι Βουλευτές, πρωτοεκλεγμένοι πολιτικοί σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Αλλά αυτό γίνεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Ανανέωση λοιπόν επιτυγχάνεται με την ίδια την ψήφο των πολιτών. Όσον αφορά τώρα στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, που πράγματι, θεσπίστηκε κάποτε για να δώσει τη δυνατότητα σε δυνάμεις οι οποίες είτε δεν έχουν αναγνωρισιμότητα επαρκή, είτε δεν έχουν την πολιτική απήχηση, αλλά παραταύτα θεωρείται χρήσιμη η παρουσία τους στη Βουλή, να μπορούν να εκλεγούν, και γι’ αυτό να συμπεριληφθούν σε ένα τέτοιο ψηφοδέλτιο, αυτό είναι κάτι το οποίο το αντιμετωπίζει ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και τα όργανά μας. Όσον αφορά στο ΠΑΣΟΚ, θα έχει αυτό το στοιχείο της πλήρους ανανέωσης στην οποία αναφερθήκατε και εσείς.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πλήρους ανανέωσης;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΠΠΑΣ: Βεβαίως. Θα έχει νέα στελέχη πιστεύω, τα οποία θα ενδυναμώσουν την πολιτική ζωή της χώρας, με οπτική της ανάγκης του Κοινοβουλίου, του ΠΑΣΟΚ και κυρίως της χώρας, την επόμενη ημέρα μετά τις εκλογές.

 

Θεσμοί