Ο λαός να νικήσει τον λαϊκισμό

Αρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην εφημερίδα «ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ», την Κυριακή 10.12.2017


1. Η αυτονομία του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ θα καθορίσει την προοπτική του. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια ακόμη ΝΔ ούτε έναν ακόμη ΣΥΡΙΖΑ αλλά ένα Κίνημα Αλλαγής που ενσωματώνει τις καλύτερες παραδόσεις και διαθέτει τις ανάλογες προτάσεις για το μέλλον. Οι περιστάσεις δεν ζητούν δυνάμεις για την αλλαγή του διαχειριστή της εξουσίας αλλά για την αλλαγή της ίδιας της εξουσίας.

Η προοδευτική πολιτική είναι μία διαρκής ανάγκη, ένα δυναμικό αίτημα που γεννά νέες, εκκρεμείς απαντήσεις και όχι ένα κλειστό σύστημα που ολοκληρώνεται και μπορεί να παραμείνει ως έχει. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που είναι χρήσιμες για τη χώρα αποτελούν και το πεδίο ανάπτυξης της Κεντροαριστεράς που, όμως, πρέπει να πείσει ότι είναι δύναμη αλλαγής για να μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα.

2. Οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς που συγκροτούν το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ γνωρίζουν πως η αλλαγή της χώρας δεν συντελείται ούτε σε κενό ιστορικής συνείδησης ούτε με κανόνες πολιτικού αποχρωματισμού. Η παράδοση της παράταξης είναι συνυφασμένη με τις πιο θετικές πλευρές της μεταπολίτευσης όταν με νόμους, θεσμούς, υποδομές και δράσεις διαμόρφωσε το πλέον θετικό κεκτημένο που είχε η χώρα από συστάσεως ελληνικού κράτους. Το πρόγραμμα ΕΛΛΑΔΑ που ψηφίστηκε στο Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης το καλοκαίρι με τις επικείμενες προγραμματικές επεξεργασίες αφορούν όχι απλώς τη μεταμνημονιακή Ελλάδα αλλά την Ελλάδα των αλλαγών που την οδηγούν με ασφάλεια και τελεσίδικα εκτός της κρίσης και ενδεχόμενων νέων μνημονίων. 

3. Το Κίνημα Αλλαγής σε αυτή τη φάση οφείλει να αναπτύξει ταυτοχρόνως τρεις διακριτές πρωτοβουλίες: 

α. Να υπερασπιστεί την ιστορία και το έργο της παράταξης. Αν αυτό ως χθες ήταν δύσκολο λόγω της δημαγωγικής στάσης της αντιπολίτευσης, σήμερα είναι αναγκαία συνθήκη αλήθειας για τη συνέχεια. Ως χθες, ο λαός σύγκρινε την αλήθεια των έργων μας με το ψέμα των λόγων τους. Τώρα καθένας μπορεί να συγκρίνει όχι πράξεις με λόγια αλλά πράξεις με πράξεις. Ας αναδείξουμε το θετικό έργο μας καλώντας τις άλλες δυνάμεις να αντιπαραθέσουν τα δικά τους ισοδύναμα.

β. Να αναλάβει πρωτοβουλίες συνεννόησης των δημιουργικών δυνάμεων εντός και εκτός κομματικού συστήματος σε δύο κατευθύνσεις: αφ΄ενός για τη στήριξη ενός προγράμματος που θα αλλάξει την Ελλάδα έως το 2021 --όταν συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Επανάσταση- και αφ΄ετέρου για τη διαμόρφωση πλαισίου εθνικής διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, όχι μόνο για την απομείωση του χρέους αλλά και για αλλαγή της ευρωπαικής νομοθεσίας σε κρίσιμους τομείς, αφού η υφιστάμενη αρχιτεκτονική του ευρώ ανανεώνει τις ανισότητες μεταξύ των χωρών της Ευρωπαικής ΄Ενωσης.

γ. Προυπόθεση για τα παραπάνω είναι η πειστική ταυτοποίηση της προοδευτικής παράταξης με την αξία της Αλλαγής και η εμπέδωση της ανάγκης γι΄αυτήν στη συνείδηση κάθε πολίτη. Μόνο η θεμελίωση σε αξιακό υπόβαθρο επιτρέπει την ανάδειξη της παράταξης σε πλειοψηφικό ρεύμα. Αλλαγή είναι η αλήθεια, η αίσθηση ευθύνης, η συνεννόηση, οι δημοκρατικές ρήξεις, η υπεράσπιση των αξιών. Εντέλει, αλλαγή είναι το αυτονόητο.

4. Το Κίνημα Αλλαγής είναι κίνημα προοδευτικών πολιτών. Αντί οι ΄Ελληνες πολίτες να εκφράζουν την απογοήτευσή τους και να απέχουν από τα κοινά χαρίζοντας ζωτικό χώρο σε ολιγαρχίες κάθε μορφής, οφείλουν να αλλάξουν τους όρους του «πολιτικού παιχνιδιού» και να καθορίσουν με την δική τους παρουσία τις εξελίξεις. Διαφορετικά, δεν θα τους προσφέρει κάποιος άλλος τη δική τους νίκη. ΄Οπως αποδείχθηκε, αυτό είναι η νίκη του λαικισμού, και όχι του λαού. 


Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα για την FM Voice, την Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017


1. Η επόμενη ημέρα της Κεντροαριστεράς θα υπάρξει ως ευοίωνη προοπτική εάν συνδεθεί με την αισιόδοξη επόμενη ημέρα της χώρας. Αν, δηλαδή, υπερβεί τον ορίζοντα των κομματικών χαρακωμάτων και με συντεταγμένες δυνάμεις και αρθρωμένο λόγο δείξει το δρόμο για την επόμενη ημέρα μετά το τρίτο μνημόνιο. Αντιθέτως, εάν περιοριστεί στην εσωστρεφή διαδικασιολογία και τη διευθέτηση προσωπικών ρόλων, τότε θα παραμείνει καθηλωμένη, αδύναμη να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και, πολύ περισσότερο, να τις επηρεάσει.

2. Ασφαλώς, η συγκρότηση οργάνων και η επεξεργασία προγραμματικών θέσεων είναι στοιχειώδης προυπόθεση για μια λειτουργική-παρεμβατική προοδευτική παράταξη. Η εμπειρία και η γνώση είναι πλούσια στο χώρο αυτό και διευκολύνει στο να αποκτήσει η παράταξη ένα σύγχρονο διακριτό και πειστικό πρόσωπο. Με δύο προυποθέσεις: α. Την επανασύνδεση της παράταξης με την κοινωνική της βάση, την πληγείσα μεσαία τάξη, αλλά και τα νέα, ανερχόμενα στρώματα που, παρά την κρίση, καινοτομούν και δημιουργούν. β. Την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων με βάση τις ανάγκες της χώρας και όχι την ψηφοθηρία και τις φιλοδοξίες των στελεχών.

3. Η επικείμενη αξιολόγηση και η θετική έκβασή της οδηγούν στην τελική φάση εξόδου από το τρίτο μνημόνιο. Η εξέλιξη αυτή που, όπως αναμένεται, θα γίνει αντικείμενο κούφιας θριαμβολογίας, δεν σημαίνει απαραιτήτως και την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση ώστε να μην κινδυνεύσει ξανά να προσφύγει σε μνημονιακές συμβάσεις. Οι απαιτούμενες αλλαγές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκκρεμείς και αποτελούν ένα ανυπέρβλητο ζητούμενο, αν πράγματι θέλουμε η Ελλάδα να συγκρίνεται επί ίσοις όροις με τους εταίρους της. ΄Οσο κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση σκιαμαχούν για την αλλαγή ή μη της κυβέρνησης και την κατοχή της εξουσίας, η Κεντροαριστερά οφείλει να αναδείξει τα αναγκαία βήματα για την οριστική αλλαγή της χώρας. Για την Ελλάδα, όχι απλώς μετά το μνημόνιο, αλλά μετά την κρίση. Αυτή είναι και η σημαία της παράταξης που έχει αποδείξει ότι μπροστά στην εθνική πρόκληση προτάσσει το γενικό συμφέρον και όχι το πολιτικό κόστος. Η κριτική μας για τη μέχρι τώρα στάση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και της ΝΔ στηρίζεται σε δύο πυλώνες: αφενός στον τρόπο που πολιτεύθηκαν με συνέπεια η χώρα αντί να κλείσει γρήγορα τη μνημονιακή παρένθεση, να παραδέρνει από μνημόνιο σε μνημόνιο -γιατί ο κύριος Σαμαράς και ο κύριος Τσίπρας επέλεξαν μικροκομματική στρατηγική αντί της εθνικής συνεννόησης όπως έγινε σε άλλες χώρες την αντίστοιχη περίοδο- αφετέρου στην αποκαλυπτόμενη αδυναμία τους να καταστήσουν τη χώρα αξιόπιστη, την οικονομία παραγωγική και ανταγωνιστική και την κοινωνία συνεκτική. Επιδίδονται σε ασκήσεις επικράτησης αδιαφορώντας ακόμη και αν διχάζουν το λαό και «μικραίνουν» τη χώρα.

4. Η Κεντροαριστερά στην πορεία προς το Συνέδριό της έχει μόνο μία επιλογή, αυτή που βασίζεται στην αλήθεια και την ευθύνη. Οφείλει να αξιοποιήσει το θετικό έργο της εξοβελίζοντας λάθη και αδυναμίες του παρελθόντος και να τολμήσει να μιλήσει  για το αύριο της χώρας και όχι τα εκλογικά ποσοστά. Να περιγράψει με ακρίβεια την πορεία για την παραγωγική ανασυγκρότηση με διαρθρωτικές αλλαγές που γεννούν πλούτο και με πολιτειακούς θεσμούς που διασφαλίζουν τη δίκαιη κατανομή του, καθιστώντας ισχυρή τη δημοκρατία και αναδεικνύοντας την Ελλάδα σε θετικό πρότυπο. Η Κεντροαριστερά πέτυχε όταν δεν ήταν αυτοαναφορική και η χώρα διακρίθηκε όταν άνοιξε τους ορίζοντές της στον κόσμο. Η απαλλαγή από το εθνικό χαρακίρι της δημαγωγίας και τη ναρκισσιστική ομφαλοσκόπηση είναι το στοίχημα που έχει η χώρα μπροστά της. Αυτό είναι το στοίχημα που οφείλει να κερδίσει και η Κεντροαριστερά γιατί η επόμενη μέρα της ταυτίζεται με την επόμενη μέρα της Ελλάδας. Είναι δύο στοιχήματα σε ένα.


Συνέντευξη του Δημήτρη Ρέππα στην εκπομπή της ΕΡΤ1 «Δεύτερη Ματιά», με την Κατερίνα Ακριβοπούλου και την Έλλη Τριανταφύλλου. Δείτε το σχετικό video:


Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα στην κυριακάτικη εφημερίδα «Νέα Σελίδα» (Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017)

1. Οι δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας υπερβαίνουν τα χαρακώματά τους. Στηρίζουν την επανίδρυση στον πολιτικό και κοινωνικό χώρο της Κεντροαριστεράς. Η διαδικασία για την εκλογή αρχηγού υιοθετεί καινοτομίες σε συνέχεια της καθιέρωσης το 2004 της ανάδειξης από τη βάση και όχι μέσω αντιπροσώπων. Στόχος είναι η μέγιστη δυνατή συμμετοχή των πολιτών και ταυτοχρόνως το απολύτως αδιάβλητο της ψηφοφορίας. Αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα διαθέτει τις αδυναμίες των αρετών του, γι΄αυτό και απαιτήθηκε χρόνος ώστε να δοθούν οι πρέπουσες λύσεις. Η ολοκλήρωση της προετοιμασίας οφείλει να είναι εκτός από έγκυρη και έγκαιρη. Η εκλογή αρχηγού αν περιπέσει σε ανακυκλούμενη διαδικασιολογία υπονομεύει αυτό που είναι το μείζον: την ταύτιση της αλλαγής αυτής με τις κύριες εθνικές και κοινωνικές διακυβεύσεις. Η επανίδρυση της Κεντροαριστεράς έχει προοπτική αν υπερβαίνει τη συγκυρία και τους πρωταγωνιστές της, αν δηλαδή αναφέρεται στο μέλλον της χώρας.

2. Ο νέος φορέας οφείλει ευθύς εξ αρχής να δικαιολογήσει την ύπαρξή του κάνοντας μία τομή. Να μην αναζητήσει απλώς να εκφράσει όσους κινούνται μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, αλλά να συνδεθεί με την επαναθεμελίωση αρχών και κανόνων που αφορούν την Πολιτεία στο σύνολό της. Η υπεράσπιση του κοινοβουλευτισμού απαιτεί ανατροπή σε πολλές εκφάνσεις του που προκαλούν σύγχυση εξουσιών και νόθευση της αντιπροσωπευτικότητας. Η υπεράσπιση της πολιτικής και της αυτονομίας της προυποθέτει επαναχάραξη των ορίων στη σχέση των κομμάτων με φορείς και δυνάμεις που διαθέτουν φανερά ή όχι δημόσια επιρροή. Η υπεράσπιση του διαλόγου και της συνεννόησης σημαίνει παραδοχή της χρησιμότητας του άλλου και ο σεβασμός στην ύπαρξη του διαφορετικού είναι υπέρτατο τεκμήριο δημοκρατίας. Αντιθέτως, η επιστροφή της Κεντροαριστεράς στην επικρατούσα τυποποίηση της πολιτικής περιορίζει τους στόχους της στη φιλοδοξία για την αλλαγή ρόλων και μόνο, αλλά δεν είναι αυτό το αίτημα των πολιτών και το πρόταγμα της χώρας.

3. Ο όρος Κεντροαριστερά υποδηλώνει πολιτική δύναμη στον προοδευτικό πόλο απέναντι στη Δεξιά που ηγείται του συντηρητικού. Ιδιαιτέρως στην Ελλάδα, ο όρος αυτός έχει ιστορική πολιτική και κοινωνική καταγραφή. Το πολιτικό Κέντρο εξέφρασε για δεκαετίες (παράνομης ούσης της Αριστεράς) τις φιλελεύθερες πολιτικές-αντιδεξιές δυνάμεις. Το 1974 το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ευθύγραμμη συνέχεια της ΄Ενωσης Κέντρου. Ενσωμάτωσε αρχές και στόχους της ευρωπαικής Αριστεράς και πέτυχε να αλλάξει τους συσχετισμούς μετατοπίζοντας τον άξονα της χώρας προς τα αριστερά. Με την πολιτική του ευνόησε την κοινωνική κινητικότητα που διαμόρφωσε μια ισχυρή μεσαία τάξη. Σήμερα η Κεντροαριστερά, όχι μόνο στην Ελλάδα, αναζητεί το κυρίαρχο διακριτό γνώρισμά της ενόψει της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιακής επανάστασης. Η οικονομία αμφισβητεί ζωτικό χώρο της πολιτικής και η αγορά εξουδετερώνει την αρχή της συνεκτικής κοινωνικής συμπόρευσης. Στην Ελλάδα η συζήτηση για το πόσο Κέντρο και πόσο Αριστερά είναι η Κεντροαριστερά γίνεται με όρους πολιτικής μόδας και συγκυριακής ψηφοθηρίας. Είναι άσκοπη αυτή η προσέγγιση που αγνοεί τη σύνθεση στο νέο επίπεδο αναφοράς. Προέχει ο αγώνας για ένα διπλό στοίχημα που αν κερδηθεί θα αποσαφηνίσει και το πρόσωπο της Κεντροαριστεράς. Αφ΄ ενός να προτάξει την «αγορά της κοινωνίας» απέναντι στην «κοινωνία της αγοράς» αφ΄ετέρου να εμπεδώσει τη θεσμική στάση όλων και την αίσθηση  ευθύνης απέναντι στη διαπλοκή και την πελατοκρατία.

4. Η εμπειρία που αποκόμισαν οι ΄Ελληνες τα τελευταία χρόνια είναι διδακτική. Εμπιστεύθηκαν ΝΔ και μετά ΣΥΡΙΖΑ που δημαγωγικά διακήρυξαν μια ριζικά διαφορετική πορεία. Αφού πλέον δοκιμάστηκε και η τελευταία εφεδρεία της Μεταπολίτευσης, διακατέχονται από άρνηση και παραίτηση στα όρια της πτόησης. Σήμερα ο πρωθυπουργός δηλώνει κεντροαριστερός αν και έγινε πρωθυπουργός ανεμίζοντας τη σημαία της ιστορικής καταδίκης της Κεντροαριστεράς και του ΠΑΣΟΚ. Ο αρχηγός της ΝΔ δηλώνει κεντρώος ενώ έγινε πρόεδρός της υποστηριζόμενος από τις πλέον δεξιές δυνάμεις της και  θεωρεί τις κοινωνικές ανισότητες απότοκο φυσικού νόμου. Η επανίδρυση της Κεντροαριστεράς θα βρει το σημείο ισορροπίας της όχι εκεί που κερδίζει ψήφους αλλά εκεί που η πατρίδα κερδίζει την πίστη των Ελλήνων, η Πολιτεία το σεβασμό των πολιτών, η κοινωνία την άμιλλα των δημιουργών και η πολιτική γίνεται βίωμα. Αυτό οφείλει να είναι και το σημείο ισορροπίας της χώρας έτσι ώστε η Κεντροαριστερά να είναι τέτοια όχι κατά δήλωση αλλά κατ΄ ουσίαν.  


«Αν δεν επιδιωχθεί σύνθεση και συγκερασμός, τότε όχι μόνο δεν θα πετύχουμε την αναζωογόνηση και ανάπτυξη της παράταξης, αλλά μάλλον θα οδηγηθούμε σε διάσταση, κατακερματισμό και συρρίκνωση», επισημαίνει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Δημήτρης Ρέππας, πρώην υπουργός και ηγετικό στέλεχος του Κινήματος Δημοκρατών και Σοσιαλιστών, σχετικά την ευόδωση του εγχειρήματος για νέο φορέα της Κεντροαριστεράς. Ο στενός συνεργάτης του Γιώργου Παπανδρέου σημειώνει ότι όλοι οι υποψήφιοι, τα κόμματα και οι κινήσεις του ευρύτερου προοδευτικού χώρου οφείλουν να συνεισφέρουν ώστε να μην μοιάζει με αδειανό πουκάμισο ο νέος φορέας.

Σχετικά με τη διάλυση των κομμάτων μετά την εκλογή νέου αρχηγού ο κ. Ρέππας συνιστά σύνεση και όχι μηδενιστική και συγκυριακή προσέγγιση. «Η ακαριαία διάλυση των κομμάτων μπορεί να στερήσει υπαρκτές, συντεταγμένες δυνάμεις χωρίς, μάλιστα, σίγουρη διαδοχή», αναφέρει με νόημα.

Σημειώνει ότι η Επιτροπή Αλιβιζάτου, στην οποία είναι μέλος, δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει τη δυσφήμιση και αμφισβήτηση της διαδικασίας και της εγκυρότητάς της. «Καθαρή λύση είναι μία και σαφής: α) Όσο γίνεται περισσότερες κάλπες με ηλεκτρονική διασύνδεση μεταξύ τους ώστε να αποφευχθούν διπλοψηφίες και β) Αξιοποίηση της τεχνολογίας για εξ αποστάσεως ψήφο με αυτοπρόσωπη προεγγραφή κάθε ενδιαφερόμενου σε σχετικό μητρώο που θα αποτελέσει και ένα είδος εκλογικού καταλόγου για τις ανάγκες της ψηφοφορίας», σχολιάζει.

Ο Δημήτρης Ρέππας σπεύδει να προσδιορίσει τις σχέσεις του νέου ενιαίου φορέα της Κεντροαριστεράς με τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, τονίζοντας ότι οφείλει να τηρήσει αυτόνομη πορεία απέναντι τόσο στη ΝΔ όσο και στο ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα υπογραμμίζει ότι «αν ο λαός τους δώσει την πρώτη και δεύτερη θέση, έχουν και την ευθύνη να δώσουν λύση κυβερνησιμότητας στη χώρα».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Δημήτρη Ρέππα στον Μιχάλη Μιχαήλ για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.



Μετά από πολύχρονες κι άκαρπες προσπάθειες και παλινωδίες, κύριε Ρέππα, η υπόθεση της ανασύστασης του ευρύτερου προοδευτικού χώρου φαίνεται να προχωράει, με προβλήματα είναι γεγονός, καθώς αποφασίστηκε η εκλογή ηγεσίας από την ευρύτερη κοινωνία. Το συμμερίζεσθε; Θα ευοδωθεί αυτή τη φορά;

Η αναγέννηση της Δημοκρατικής Παράταξης αφορά τη χώρα. Αυτή η παράταξη διαμόρφωσε όποιο θετικό κεκτημένο στη χώρα στο μέγιστο βαθμό. Από το κοινωνικό κράτος μέχρι τις μεγάλες υποδομές και έργα και από το θεσμικό εκσυγχρονισμό μέχρι την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας, το ΠΑΣΟΚ έχει συνεισφέρει όσο καμιά άλλη δύναμη της Μεταπολίτευσης. Ασφαλώς, δεν έλειψαν αστοχίες και προβλήματα- δεν γνωρίζω, όμως, άλλο κόμμα με τόσο θετικό πρόσημο στη διαδρομή του. Αυτό που ζει σήμερα ο ελληνικός λαός από την κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα για τη χώρα να επιστρέψει η παράταξή μας στον πρωταγωνιστικό ρόλο της. Αυτό, κυρίως, με κάνει να αισιοδοξώ. Η αναφορά δηλαδή στη χώρα και τα προβλήματά της. Σ΄αυτό πρέπει να επικεντρωθεί η προσπάθειά μας, γιατί είναι ο κυρίαρχος λόγος για να υπάρχει η παράταξη. Δεν είναι οι φιλοδοξίες και τα άγχη των στελεχών της, ούτε ο στενός πυρήνας των υποστηρικτών της. Όσο περισσότερο το εγχείρημα της ανασύστασης συνδέεται και ταυτίζεται με διακυβεύματα εθνικά και κοινωνικά, τόσο αυξάνονται οι εγγυήσεις για την ευόδωση του.

Όλοι οι υποψήφιοι και τα κόμματα που έχουν εμπλακεί σ΄ αυτή τη προσπάθεια μιλούν για τον σχηματισμό ενός νέου πολιτικού φορέα, δίνοντας διαφορετικό περιεχόμενο. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται το εγχείρημα; Ποια θα είναι η στάση του Κινήματος Δημοκρατών και Σοσιαλιστών;

Η δημοκρατική παράταξη έχει σταθερές διαχρονικά αρχές και αξίες τις οποίες υπηρέτησε στην ιστορική διαδρομή της. Ο ενιαίος κομματικός φορέας έχει το ιδεολογικό, πολιτικό και ηθικό φορτίο που ανταποκρίνεται σε αυτή την παράδοση. Οφείλει πάντα να προτάσσει το εθνικό έναντι του κομματικού, το κοινωνικό έναντι του συντεχνιακού, το θεσμικό έναντι του πελατειακού, το συλλογικό έναντι του ατομικού. Το περιεχόμενο αυτής της προσπάθειας συνδέει τα θετικά του παρελθόντος με την πρόταση για το σύγχρονο μεταρρυθμιστικό ισοδύναμό τους, δηλαδή τις προτεραιότητες της χώρας για το ευοίωνο μέλλον της. Κάθε υποψήφιος έχει τη διακριτή του παρουσία, ασφαλώς δεν είναι ο ένας φωτοτυπία του άλλου. Η συνεργασία και η σύνθεση οδηγεί στην ανάδειξη μιας τελικής θέσης που ανταποκρίνεται με πληρότητα στη φυσιογνωμία μας. Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών συμμετέχει ενεργά, προτάσσοντας την πολιτική έναντι της διαδικασιολογίας. Πιστεύουμε πως είναι απαραίτητη η σαφής τοποθέτηση κάθε υποψήφιου σε σειρά θεμάτων, όπως η σχέση της πολιτικής με την οικονομία και το πρωτείο του κοινοβουλευτισμού, η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και τον κόσμο, τα πλεονεκτήματα αλλά και οι υστερήσεις της χώρας, ο χαρακτήρας της κρίσης και τα πραγματικά αίτιά της, η στάση των κομμάτων και η αδυναμία συνεννόησης όταν αυτό ήταν επιβεβλημένο, η στρατηγική πρόταση για το στίγμα της παράταξης, το πρόγραμμά της και τις συμμαχίες της. Αυτά και άλλα θα έπρεπε να αποτελέσουν την ατζέντα -και όχι μόνο για τους υποψηφίους- στην ειλικρινή σχέση μας με τους πολίτες. Οφείλουμε να συμβάλλουμε ώστε τα συνθήματα και οι προσωποκεντρικοί αφορισμοί να υποταχθούν στην ευθύνη και την αλήθεια, στοιχεία χωρίς τα οποία ο νέος φορέας θα μοιάζει με αδειανό πουκάμισο.

Ποια είναι η απάντησή σας στην άποψη ότι εάν μετά το ιδρυτικό συνέδριο το σχήμα δεν πάρει τη μορφή ενός ενιαίου κόμματος με εσωτερικές τάσεις γιατί να το στηρίξει η βάση της παράταξης αφού τα υπάρχοντα κόμματα και κινήσεις θα συνεχίσουν να λειτουργούν υπονομεύοντας την αυτοτέλειά του;

Το νέο σχήμα δεν προκύπτει εκ του μηδενός. Η ιστορική καταγραφή είναι ανεξίτηλη. Οι αλλαγές που χρειάζεται να γίνουν απαιτούν σύνεση και όχι μηδενιστική και συγκυριακή και μόνο προσέγγιση, γιατί δεν θα έχουν προοπτική. Αν προχωράς αστόχαστα υπάρχει ο κίνδυνος να αλλάξεις αυτό που πρέπει να κρατήσεις, αλλά και να κρατήσεις αυτό που πρέπει να αλλάξεις. Τα όργανα και οι λειτουργίες του νέου φορέα θα αποφασιστούν στο ιδρυτικό συνέδριό του. Η λειτουργία των υφιστάμενων κομμάτων εναπόκειται στη βούληση των μελών τους. Ουδείς μπορεί να επιβάλλει τη διάλυση ενός κόμματος αν δεν το αποφασίσει το ίδιο με τις εσωτερικές διαδικασίες του. Θα έλεγα μάλιστα πως η ακαριαία διάλυση των κομμάτων μπορεί να στερήσει υπαρκτές, συντεταγμένες δυνάμεις χωρίς, μάλιστα, σίγουρη διαδοχή. Αντιθέτως, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, η πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτήριζε το άλλοτε ΠΑΣΟΚ διασφαλίζεται από περισσότερα σχήματα με διακριτή ταυτότητα, όπως, άλλωστε προκύπτει από τις τοποθετήσεις των ίδιων των ηγετών τους. Π.χ. άλλος κινείται πιο κοντά προς το Κέντρο, άλλος πιο αριστερά, άλλος είναι πιο εθνοκεντρικός, άλλος προτάσσει το ευρωπαϊκό όραμα. Αν επιχειρηθεί να επιβληθεί μία επιλογή και δεν επιδιωχθεί σύνθεση και συγκερασμός, τότε όχι μόνο δεν θα πετύχουμε την αναζωογόνηση και ανάπτυξη της παράταξης, αλλά μάλλον θα οδηγηθούμε σε διάσταση, κατακερματισμό και συρρίκνωση.

Οι διαφωνίες δεν λείπουν για τη διαδικασία με επίκεντρο τη δυνατότητα εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Ως μέλος της Επιτροπής υπό τον κ. Αλιβιζάτο πού βρίσκεται το θέμα; Ποια είναι η γνώμη σας;

Δύο είναι οι αντικειμενικές ενδείξεις που θα βεβαιώσουν την επιτυχή εκκίνηση αυτής της πορείας. Η μεγάλη συμμετοχή των πολιτών στην ψηφοφορία και η διασφάλιση του αδιάβλητου της διαδικασίας και της μυστικότητας της ψήφου. Θέλουμε όσο γίνεται περισσότερα τμήματα με κάλπες όσο γίνεται πιο κοντά στον κάθε πολίτη -υπό τον απολύτως απαράβατο όρο των εγγυήσεων που θα αποτρέπουν κάθε απόπειρα νοθείας- και θέλουμε την εξ αποστάσεως ψηφοφορία ώστε να δοθεί η δυνατότητα συμμετοχής σε όσο γίνεται περισσότερους υπό την αυτονόητη και πάλι προϋπόθεση της διασφάλισης των διαδικασιών. Εδώ, βεβαίως, τα τεχνικά προβλήματα και η συνακόλουθη δαπάνη είναι παράγοντες προσδιοριστικοί. Μάλιστα, στην συνεδρίαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Διαδικασιών και Δεοντολογίας είχα προβλέψει πως μετά τις αρνητικές απαντήσεις από τις δύο εταιρείες, η αναμενόμενη απάντηση από τη τρίτη εταιρεία δεν θα ήταν διαφορετική και επιβεβαιώθηκα. Ας μην μας διαφεύγει πως ουδέποτε μέχρι τώρα σε παρόμοια διαδικασία εφαρμόστηκε αυτή η μέθοδος για προφανείς λόγους. Εμείς, όμως, καινοτομούμε, ξέρουμε να ανοίγουμε δρόμους. Θυμίζω πως το 2004, όταν καθιερώθηκε η εκλογή αρχηγού από τη βάση και έτσι αναδείχθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου, οι αντίπαλοι μας ειρωνεύθηκαν και σχεδόν χλεύασαν αυτήν την επιλογή. Μετά, βεβαίως, την υιοθέτησαν. Έτσι γίνεται σε πολλά θέματα με πρωτοπόρο πάντα αυτή την παράταξη. Επιδιώκοντας, όμως, την διευκόλυνση των πολιτών για να συμμετάσχουν, δεν πρόκειται να διακινδυνεύσουμε να εξελιχθεί αυτή η διαδικασία έτσι ώστε να δώσει λαβή για δυσφήμιση και αμφισβήτηση της εγκυρότητάς της. Ούτε, βεβαίως, στημένοι μηχανισμοί που καθοδηγούνται από άλλους χώρους επιτρέπεται να επηρεάσουν την έκβαση της ψηφοφορίας. Απευθυνόμαστε σε πολίτες, όχι σε ψηφοφόρους της μιας στιγμής, γι΄αυτό δεν πρέπει να υποθάλπουμε την αποστασιοποίηση αλλά, αντιθέτως, να ενθαρρύνουμε τη συμμετοχή στην πολιτική και μάλιστα σε τέτοιες κορυφαίες διαδικασίες και σε μια περίοδο κρίσης της πολιτικής. Καθαρή λύση, λοιπόν, είναι μία και σαφής: α) Όσο γίνεται περισσότερες κάλπες με ηλεκτρονική διασύνδεση μεταξύ τους ώστε να αποφευχθούν διπλοψηφίες και β) Αξιοποίηση της τεχνολογίας για εξ αποστάσεως ψήφο με αυτοπρόσωπη προεγγραφή κάθε ενδιαφερόμενου σε σχετικό μητρώο που θα αποτελέσει και ένα είδος εκλογικού καταλόγου για τις ανάγκες της ψηφοφορίας. Κάποιος που επιθυμεί με την ψήφο του να συμβάλλει στη μέγιστη δημοκρατική νομιμοποίηση του νέου αρχηγού οφείλει να εκπληρώνει ο ίδιος την ελάχιστη δημοκρατική νομιμοποίηση ως πολίτης με καθοριστική ψήφο για ένα μείζον θέμα. Είμαι υπέρμαχος της χρήσης της τεχνολογίας χωρίς να γίνομαι έρμαιό της, γιατί διαφορετικά θα έχουμε κόμματα χωρίς πολίτες, διαδηλώσεις χωρίς διαδηλωτές και ψηφοφορίες χωρίς πρόσωπα.

Ο νέος κομματικός σχηματισμός τι θα εκφράσει ιδεολογικά και πολιτικά; Σε ποιους θα απευθύνεται;

Είναι σαφές το ιδεολογικό πλαίσιο. Εκφράζουμε τις δυνάμεις που εμπνέονται από τις αρχές του ανθρωπισμού, του Διαφωτισμού, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημιουργικής δράσης. Τις δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής οικολογίας, τις πολιτικές δυνάμεις της Κεντροαριστεράς. Ο όρος Κέντρο στην Ελλάδα είναι φορτισμένος με έντονη προοδευτική, αντιδεξιά χροιά. Η μακρόχρονη κατάσταση παρανομίας της Αριστεράς στην Ελλάδα κατέστησε το πολιτικό Κέντρο ως τον προοδευτικό πόλο της χώρας απέναντι στις συντηρητικές δυνάμεις. Ειδικώς για την Ελλάδα, ο όρος Κεντροαριστερά έχει νόημα αντιθέτως με τον όρο Κεντροδεξιά που είναι ψηφοθηρικό εφεύρημα. Η «Κεντρολογία» που αναπτύσσεται από διάφορες πλευρές μπορεί βάσιμα να εκτιμήσει κανείς ότι είναι μία πολιτική κατασκευή σαν δικαιολογητική βάση για ενδεχόμενη συνεργασία με τον -κατά τον ίδιο- Κεντρώο αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δικός μας πολιτικός και εκλογικός στόχος είναι η αντιστοίχιση των ποσοστών της κομματικής έκφρασης με τα ποσοστά που επιτυγχάνουν οι παρατάξεις του πολιτικού μας χώρου οι οποίες πρωταγωνιστούν στην αυτοδιοίκηση, τον συνδικαλισμό και τους κοινωνικούς φορείς. Η διαδικασία εκλογής πιστεύω πως θα συμβάλλει προς αυτήν την κατεύθυνση αφού θα φέρει στο προσκήνιο νέες δυνάμεις.

Πώς φαντάζεσθε τις σχέσεις του χώρου με τη ΝΔ, η φαίνεται να είναι το πρώτο κόμμα στην επόμενη Βουλή, και τον ΣΥΡΙΖΑ;

Σε κάθε δημοκρατία το πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από δύο βασικούς πόλους. Η Νέα Δημοκρατία ηγείται του συντηρητικού πόλου. Η ιστορική διαδρομή της και οι επιλογές της την έχουν αναδείξει στον θεσμικό πολιτικό αντίπαλό μας. Ασφαλώς, η συνεννόηση και η σύγκλιση στον κοινό εθνικό τόπο όταν αυτό είναι απαραίτητο δεν μπορεί να απορρίπτεται και το έχουμε αποδείξει. Στην πράξη δείχνει καθένας πόσο εννοεί αυτό που πιστεύει. Και η ΝΔ σε μια κρίσιμη στιγμή δεν στάθηκε στο ύψος της ευθύνης της όπως έκαναν αντίστοιχα κόμματα σε άλλες χώρες. Βέβαια, σε κείνες τις χώρες οι πολίτες κέρδισαν την έξοδο από την κρίση, ενώ στην Ελλάδα απλώς η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές αλλά η χώρα βίωσε την ανακύκλωση της κρίσης και την παράτασή της. Όσο γίνεται πιο συνεκτικά, θα έλεγα πως σήμερα η ΝΔ υπηρετεί το μοντέλο της «κοινωνίας της αγοράς». Εμείς, αντίθετα, προτάσσουμε την «αγορά της κοινωνίας». Προβλέπω πως, αν γίνει κυβέρνηση η ΝΔ, θα είναι ακραία νεοφιλελεύθερη και καθόλου θεσμική. Η περίοδος διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τη διευκολύνει να κινηθεί χωρίς τις δεσμεύσεις που την συγκρατούσαν σε προηγούμενες περιόδους, αφού οι τότε προηγηθείσες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ με τις μεταρρυθμίσεις που είχαν θεσπίσει της περιόριζαν την πορεία προς την ακραία πελατειακή λειτουργία. Θυμηθείτε το.

Πώς κρίνετε το επίμονο φλερτ του κυβερνώντος κόμματος με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΣΥ; Μπορείτε να συνεργαστείτε με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Η κυβέρνηση απέτυχε με όποιο κριτήριο και αν την αξιολογήσεις. Θα χρησιμοποιούσα τέσσερα κριτήρια: 1. Συνέπεια προεκλογικών εξαγγελιών και μετεκλογικής πρακτικής: Η διάσταση είναι χαώδης. 2. Αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή της πολιτικής ενός αναγκαστικού μονοδρόμου, όπως περίπου διατείνεται ο ΣΥΡΙΖΑ: Η αναποτελεσματικότητα είναι κραυγαλέα. 3. Καινοτομία και νέες πολιτικές ρυθμίσεις: Κάποιος πρέπει να προσπαθήσει πολύ για να εντοπίσει μια δέσμη μεταρρυθμίσεων. Ακόμη και η θέσπιση της απλής αναλογικής έγινε με τρόπο ατελή, ούτε καν οι μεγάλες εκλογικές περιφέρειες δεν άλλαξαν. 4. Το κλίμα και η ψυχολογία των πολιτών λόγω της κυβερνητικής πρακτικής βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Η απογοήτευση και η παθητικοποίηση των πολιτών αποστρατεύει δυνάμεις από τη συμμετοχή στα κοινά.

Η ΔΗΣΥ οφείλει να τηρήσει αυτόνομη πορεία απέναντι τόσο στη ΝΔ όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι «επιθέσεις φιλίας» είναι μέρος πολιτικού σχεδιασμού και όχι πράξεις πολιτικής επίγνωσης. Πρόσφατα, μάλιστα, υμνολογήθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η Ιστορία διδάσκει ότι οι αντίπαλοι της παράταξης επιτίθενται στους ηγέτες της όσο είναι εν ζωή και μετά θάνατον επιχειρούν να προσεταιρισθούν τη μνήμη τους. Ο πρωθυπουργός ζητά να εγκρίνουμε την οβιδιακή μεταμόρφωσή του, αλλά αν παρουσιαζόταν έτσι ευθύς εξαρχής στον ελληνικό λαό δεν θα είχε γίνει ποτέ πρωθυπουργός. Ο ΣΥΡΙΖΑ που συνεργάζεται άρρηκτα με τους ΑΝΕΛ σε τι και πόσο διαφέρει από τη ΝΔ ώστε να είναι αδύνατη η μεταξύ τους συνεργασία; Αν οι συνθήκες το επιβάλλουν, ας μην οχυρωθούν πάλι και οι δυο τους στο κομματικό κάστρο. Αν ο λαός τους δώσει την πρώτη και δεύτερη θέση, έχουν και την ευθύνη να δώσουν λύση κυβερνησιμότητας στη χώρα.

Ποιος σας έπεισε στη ΔΕΘ ότι έχει σχέδιο εξόδου της Ελλάδας από κρίση; Ο κ. Τσίπρας ή ο κ. Μητσοτάκης;

Με έπεισαν για το ακριβώς αντίθετο. Δεν διδάχθηκαν τίποτα από την κρίση που, μεταξύ των άλλων, απέδειξε πόσο αναγκαία είναι η εποικοδομητική στάση από όλους. Αντιθέτως και οι δύο αγωνίζονται για το ίδιο κομματικό διακύβευμα: οι μεν αν θα μείνουν στην κυβέρνηση οι δε αν θα γίνουν αυτοί κυβερνητική εξουσία. Το ζητούμενο είναι αν θα αλλάξει η χώρα. Οι ασαφείς και γενικόλογες αναφορές δεν αρκούν για να προσδώσουν μια ξεκάθαρη γραμμή πλεύσης στη χώρα. Και οι δυο τους στο μόλις πρόσφατο παρελθόν διαχειρίσθηκαν τα προβλήματα της χώρας και των πολιτών, όχι με ενδιαφέρον να συμβάλλουν στη λύση τους αλλά με ψηφοθηρική βουλιμία. Η εμφάνιση και των δύο είναι η αποθέωση της υπεράσπισης ενός κομματικού σχεδιασμού για τη διαχείριση του μνημονίου και όχι για την οριστική εξάλειψη τής κρίσης και την έξοδο της χώρας από αυτή. Για μας το θέμα δεν είναι να τελειώσουμε απλώς με το μνημόνιο αλλά να εξαλείψουμε τα αίτια που γέννησαν την κρίση για να μην χρειασθεί ποτέ στο μέλλον να ξαναμπούμε σε μνημόνια.

Ποιές επιγραμματικά είναι κατά τη γνώμη σας οι προτεραιότητες για την ανασυγκρότηση της χώρας;

Η αναγέννηση της χώρας είναι υπόθεση όλων. Απαιτείται να κερδίσουμε ένα διπλό στοίχημα: Αφενός, της αταλάντευτης πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας, αφετέρου της συνεννόησης όλων των δημιουργικών δυνάμεων εντός κι εκτός πολιτικής. Η κατεύθυνση της χώρας οφείλει να οδηγεί στο στόχο μιας Ελλάδας στον αντίποδα του κρατισμού και της πελατοκρατείας με μια παραγωγική, ανταγωνιστική οικονομία. Έχω μιλήσει για την Ελλάδα της ανάπτυξης, της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και της δημοκρατίας, όπου το ένα οδηγεί στο άλλο: γιατί χωρίς ανάπτυξη δεν έχεις απασχόληση, χωρίς απασχόληση και εισόδημα δεν έχεις κοινωνική συνοχή, χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή δεν έχεις δημοκρατία. Αυτό το όραμα οφείλουν να υπηρετήσουν όχι μόνο οι πολιτικές δυνάμεις, αλλά πέραν των κομμάτων, θεσμικοί λειτουργοί σε κρίσιμους τομείς όπως η Δικαιοσύνη, και ακόμη η διανόηση, η επιχειρηματικότητα, ο συνδικαλισμός και τα μέσα ενημέρωσης. Είναι μάταιη η προσπάθεια των κομμάτων, πόσο μάλλον ενός κόμματος, όταν οι άλλοι ισχυροί παράγοντες της δημόσιας ζωής δεν συνεργούν στην ίδια κατεύθυνση. Μιλώ για ένα σύμφωνο ευθύνης όπου καθένας θέτει μόνος του τα ηθικά όρια της δύναμής του. Ο ίδιος ο ελληνικός λαός ας μην αναμένει Μεσσίες και θαύματα, γιατί ο λόγος που τον κολακεύει συνήθως προέρχεται από δημαγωγούς πολιτικούς και λαϊκιστές δημοσιολόγους.


Η ομιλία του Δημήτρη Ρέππα στο Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, την Κυριακή 2 Ιουλίου 2017, έγινε χωρίς κείμενο. Δείτε το σχετικό video:


Ομιλίες και συνεντεύξεις

You need Flash player 6+ and JavaScript enabled to view this video.

Playlist: 0 | 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7 | 8 | 9 | 10 | 11 | 12 | 13 | 14 | 15 | 16 | 17 | 18 | 19 | 20 | 21 | 22 | 23 | 24 | 25 | 26 | 27 | 28 | 29 | 30 | 31 | 32 | 33 | 34 | 35 | 36 | 37 | 38 | 39 | 40 | 41 | 42 | 43 | 44 | 45 | 46 | 47 | 48 | 49 | 50 | 51 | 52 | 53 | 54 | 55 | 56 | 57 | 58 | 59 | 60 | 61 | 62 | 63 | 64 | 65 | 66 | 67 | 68 | 69 | 70 | 71 | 72 | 73 | 74 | 75 | 76 | 77 | 78 | 79 | 80 | 81 | 82 | 83 | 84 | 85 | 86 | 87 | 88

Θεσμοί