ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΛΙΣΕΙΣ

1. Σε μια περίοδο ανακατάταξης συμφερόντων και μεταβολής ισορροπιών η Ελλάδα συνεχίζει παραδομένη στις χρόνιες παθογένειές της. Η εσωστρεφής και ασθμαίνουσα Ελλάδα καταναλώνει το κεφάλαιό της στο μικρόκοσμο της κομματικής διαπάλης. Απουσιάζει ο εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός ενώ πλεονάζει ο τακτικισμός για την επικράτηση του ενός επί του άλλου σε μια χώρα με χαρακτηριστικά φθίνουσας πορείας. Η Ελλάδα των ανοικτών οριζόντων μιας προηγούμενης περιόδου που αναλάμβανε πρωτοβουλίες και πετύχαινε αλλεπάλληλους στόχους δίνει τώρα αγώνα συντήρησης σε ένα περιβάλλον που δεν ελέγχει Ουδέποτε ήταν τόσο εξαρτημένη από τις καλές υπηρεσίες τρίτων. Η αναζήτηση μιας καθαρής γραμμής, μιας κινούσας ιδέας μέσα στην τρέχουσα εθνική σύγχυση είναι πρώτιστο χρέος της πολιτικής και ιδίως μιας προοδευτικής πρωτοβουλίας. 

Το περιεχόμενο μιας προοδευτικής πρότασης μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ταυτόχρονη κατάρτιση ενός εθνικού σχεδίου με ορίζοντα το 2021-200 χρόνια μετά την εθνική Επανάσταση-και την οριοθέτηση των δυνάμεων στην πολιτική ζωή στη βάση αρχών και προγραμματικών συγκλίσεων. Απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: αφ’ ενός συγκεκριμένο περιεχόμενο με στόχους, χρονοδιαγράμματα και μεθοδολογικά εργαλεία και όχι μια ευχετήρια διακήρυξη και αφ’ ετέρου οι πολίτες να σπάσουν το κέλυφος της αδράνειας και να υπερβούν τη μικροκομματική τυφλότητα κάνοντας δικό τους καθημερινό έργο την ανασύνταξη της χώρας. Οι συγκλίσεις στον αναγκαίο κοινό τόπο προκύπτουν μεταξύ άλλων και μέσα από τις συγκρίσεις της χώρας μας με άλλες χώρες με τις οποίες επιδιώκουμε να ανήκουμε στην ίδια κατηγορία. 

2. Μια προοδευτική πρόταση μπορεί να περιλαμβάνει τις παρακάτω πρωτοβουλίες:

• Αποτίμηση της Μεταπολίτευσης. Η επιχείρηση μηδενισμού του τεράστιου έργου του ΠΑΣΟΚ και η συλλήβδην απόρριψη ως καταστροφικής αυτής της περιόδου μόνο και μόνο για να δικαιολογηθεί η ρητορική του νέου απέναντι στο παλαιό ούτε εθνική αυτογνωσία συνιστά ούτε στο σχεδιασμό του μέλλοντος προσφέρει. Αντιθέτως, εμπεδώνει τη θεωρία του φωτός και του σκότους όπου καθένας θεωρεί πως είναι το φως και ο αντίπαλός του το σκότος με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ας ορισθούν συγκεκριμένα κριτήρια βάσει των οποίων έγκυροι φορείς και οργανισμοί θα αξιολογήσουν με επιστημονική ακρίβεια την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Ασφαλώς, η αφήγηση για το παρελθόν ουδέποτε θα είναι ενιαία και ταυτόσημη αλλά και η ιστορική παραχάραξη με την κατά το δοκούν αποτίμηση θα στοιχειώνει κάθε διάβημα προς το μέλλον.

• Αποκατάσταση των κανόνων της δημοκρατικής Πολιτείας. Η προϊούσα αποθεσμοποίηση της χώρας με σημάδια ταυτόχρονης συμμοριοποίησής της φαλκιδεύει τη λαϊκή κυριαρχία και καταργεί την πολιτική και τον κοινοβουλευτισμό. Έτσι, όμως, επιστρέφουμε στο παρελθόν του φανατισμού, του διχασμού και της αλληλοεξόντωσης για το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Όποιος εθελοτυφλεί μπροστά στην ανομία και τη βία και ίσως την υποθάλπει νομίζοντας πως εξυπηρετούνται τα πολιτικά σχέδιά του, ας είναι έτοιμος να βρεθεί ο ίδιος στη δίνη ενός πολιτικού Μεσαίωνα. Αναθεώρηση του Συντάγματος, ρυθμιστική διακυβέρνηση, εκλογικό σύστημα συνοδευόμενα από μετροπαθή λόγο είναι πεδίο όπου οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να συγκλίνουν.

• Μέτωπο εξωτερικής πολιτικής. Η συμμετοχή της χώρας στους δυτικούς θεσμούς αποτελεί στρατηγική επιλογή της μεγάλης πλειοψηφίας τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Η αυτονόητη πρόταξη της πολιτικής και της διπλωματίας έναντι των στρατιωτικών μέσων προϋποθέτει και ανάλογη στάση που ουδεμία σχέση έχει με την εθνικιστική γλώσσα και την ψηφοθηρική πατριδοκαπηλία. Ο σύγχρονος πατριωτισμός δεν είναι η θυσία αλλά η δημιουργία των προϋποθέσεων για εθνική ασφάλεια χωρίς να χρειάζονται τέτοιες θυσίες. Επειδή έξω δείχνεις τη δύναμη που έχεις μέσα είναι πρόκληση για την Αριστερά, της οποίας η ιδεολογία είναι ταυτισμένη με την ειρήνη και τη φιλία, να παγιώσει μια συνετή εθνική πολιτική απομονώνοντας ψευδοπατριώτες και πολεμοκάπηλους. 

• Το εκπαιδευτικό σύστημα και ιδίως η λειτουργία των Πανεπιστημίων αδικούν το σπουδαίο εκπαιδευτικό δυναμικό που ασφυκτιά σε αυτά αλλά και τους σπουδαστές που οραματίζονται το μέλλον τους. Πάνω απ’  όλα είναι ελάχιστη η προστιθέμενη αξία στην ανάπτυξη και την απασχόληση καθώς λειτουργούν αυτοαναφορικά χωρίς σύνδεση με τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Μια προοδευτική πρόταση έχει στον πυρήνα της ένα εκπαιδευτικό σύστημα που συνδυάζει αξιακό περιεχόμενο και ανταγωνιστικό επίπεδο σπουδών στη φάση της παγκοσμιοποίησης. Σήμερα απέχουμε πολύ από αυτό.

• Η Ελλάδα έχει ανάγκη από γρήγορες νίκες στον τομέα των επενδύσεων. Μια πολιτική που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για το ρόλο του κράτους, την απονομή δικαιοσύνης και το φορολογικό σύστημα μπορεί να ψηφιστεί με ιδιαίτερα αυξημένη πλειοψηφία και ρήτρες ανάλογης πλειοψηφίας για την αλλαγή τους ώστε να αποτελέσει μια μακρόπνοη βάση αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας ως προς την προσέλκυση κεφαλαίων. Μια προοδευτική προσέγγιση για τις επενδύσεις δεν μπορεί να απεμπολεί το δημόσιο συμφέρον αλλά είναι το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει να διαμορφώσουμε ένα ανταγωνιστικό προφίλ της χώρας για τους επενδυτές.

3. Προοδευτική σύγκλιση δεν είναι μια ευκαιριακή κομματική συνεργασία, δίκην πολιτικής κοπτοραπτικής για την εξουσία. Απαιτείται επαναθεμελίωση του πολιτικού στη βάση της ιστορικής αλήθειας, της εθνικής ευθύνης και της λαϊκής συμμετοχής. Οι ηγεσίες δίνουν το μήνυμα και το παράδειγμα αλλά είναι οι πολίτες που αξιολογούν θετικά ή αρνητικά το αν έχουν αντίκρισμα. Είναι συλλογική και μαζί ατομική η επιλογή αντιστροφής του καταστροφικού συνδρόμου με το οποίο πορευόμαστε. Πέρα από τα κόμματα και ο κάθε πολίτης αντί να κάνει εθνικό ζήτημα το προσωπικό του πρόβλημα ας κάνει το εθνικό πρόβλημα προσωπικό του ζήτημα.


* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» την Κυριακή 18 Μαρτίου 2018


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ «THE CALLER»
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ 16-17-18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι σηματοδοτεί το επερχόμενο Συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής και τι περιμένετε από αυτό; Είστε ικανοποιημένος από την μέχρι τώρα πορεία των προσυνεδριακών διαδικασιών; 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το Συνέδριό μας δεν είναι απλώς μια κομματική διαδικασία αλλά ένα εθνικό και κοινωνικό στοίχημα. Αυτή η εξωστρεφής φυσιογνωμία του Κινήματος Αλλαγής που παράγει προστιθέμενη αξία για τη χώρα προσδιορίζει και την επιτυχία του Συνεδρίου. Αντιθέτως, ένα Συνέδριο περίκλειστο στο μικρόκοσμο των προσωπικών στόχων και φιλοδοξιών μας μετατρέπει σε ένα κόμμα αυτοαναφορικό και αδιάφορο για τους πολίτες. Αυτή είναι η κεντρική διακύβευση: το Κίνημα Αλλαγής να γίνει η πρωταγωνιστική Αριστερά της ιστορικής αλήθειας, της εθνικής ευθύνης και της λαϊκής συμμετοχής. Οι προσυνεδριακές διαδικασίες ίσως δεν είχαν την έκταση και την ένταση παλαιότερων περιόδων, χαρακτηρίζονται, όμως, από την ενθαρρυντική συμμετοχή νέων δυνάμεων. Στη νέα γενιά βρίσκεται το κοίτασμα του ιδεολογικού και προγραμματικού πλούτου της παράταξης. Η σωτήρια πρόκληση του Κινήματός μας είναι ιδίως η ταύτισή του με την ελληνική νεολαία.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Υπήρξε μεγάλη συζήτηση τις προηγούμενες μέρες για την κατανομή του αριθμού των συνέδρων και την ποσόστωση, που κορυφώθηκε μετά τη ματαίωση των εκλογών των συνέδρων. Ορισμένοι, μάλιστα, εξέφρασαν άκρως επικριτικές θέσεις για τους χειρισμούς της Επιτροπής Διαδικασιών αλλά και της ηγεσίας του Κινήματος Αλλαγής. Τι σχολιάζετε;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το εγχείρημα είναι πρωτόγνωρο, η ανασύνθεση δηλαδή διαφορετικών και αυτοτελών κομματικών φορέων σε ένα νέο επίπεδο αναφοράς. Ως τώρα, τα Συνέδρια ενός κόμματος διεξάγονταν από τα προβλεπόμενα από το Καταστατικό του όργανα. Τώρα η ελλειπτική κανονικότητα σε σχέση με τις στερεότυπες διαδικασίες καθρεφτίζει ακριβώς αυτό το νεοείσακτο στην πολιτική ζωή της χώρας με τη διαμόρφωση της αναγκαίας συνθήκης. Η επανίδρυση μιας παράταξης εμφανίζει τις αδυναμίες των αρετών της. Ακούω την κριτική, συχνά στα όρια της μεμψιμοιρίας και συμμερίζομαι την αγωνία, δεν κατανοώ, όμως, την πρόταξη των ελασσόνων. Αντί της απαισιόδοξης σκέψης ας επιλέξουμε την αισιόδοξη πράξη. Αυτό που μένει όταν ολοκληρωθούν οι συνεδριακές διαδικασίες δεν είναι το πώς εκλέχθηκαν οι σύνεδροι αλλά το τι απεκόμισε ο ελληνικός λαός από το Συνέδριό μας σε σχέση με την καθημερινότητά του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Με αφορμή τη συνάντηση του Σταύρου Θεοδωράκη με τον Αλέξη Τσίπρα και τη «δυσφορία», που εκφράστηκε από τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, την παρέκκλιση του Ευάγγελου Βενιζέλου από τη «γραμμή» της ΔΗΣΥ στη Βουλή την περασμένη εβδομάδα, αλλά και την διαφοροποίηση στελεχών του κόμματος απέναντι στα συλλαλητήρια για το Σκοπιανό μήπως δημιουργείται ένα κόμμα- «Βαβέλ», δίχως ενιαία γραμμή και θέση;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το Κίνημα Αλλαγής δεν είναι μια κομματική μεταμφίεση αλλά μια πολιτική αναγέννηση. Έχει αρχηγό αλλά δεν είναι αρχηγικό, έχει θέσεις αλλά δεν είναι δογματικό, ανήκει στην αντιπολίτευση αλλά δεν είναι εξωθεσμικό. Η πολυσυλλεκτικότητα του τότε μεγάλου ΠΑΣΟΚ διασφαλίζεται σήμερα μέσω του πολυκομματικού χαρακτήρα μας. Φυσικό είναι να υφίσταται αυξημένος βαθμός αυτονομίας και πρωτοβουλιών. Έζησα το ΠΑΣΟΚ με τα ισχυρά καθοδηγητικά όργανα και τη συγκεντρωτική λειτουργία. Τότε που για την παραχώρηση συνέντευξης στα έντυπα της εποχής – δεν υπήρχαν ηλεκτρονικά μέσα και, βεβαίως, Διαδίκτυο- θα έπρεπε αν όχι να πάρεις έγκριση, τουλάχιστον να έχεις ενημερώσει! Τώρα πλέον ο επικοινωνιακός χρόνος είναι ηλεκτρονικός, ταχύσφυγμος και αδηφάγος. Όσοι φιλοδοξούν να διαδραματίσουν δημόσιο ρόλο διεκδικούν μια θέση σε αυτή την επετηρίδα αναγνωρισιμότητας που διαμορφώνουν τα ΜΜΕ. Από την άλλη, τονίζω την ανάγκη να αποσαφηνίσουμε την ταυτότητα του Κινήματός μας με ενιαία στάση και λόγο δυναμώνοντας τις εσωτερικές συλλογικές λειτουργίες. Χωρίς ταυτότητα θα καταλήξουμε εκλογικός μηχανισμός. Χωρίς συλλογικές λειτουργίες θα μετατραπούμε σε κόμμα στελεχών κορυφής. Σε τελευταία ανάλυση, δεν με ενοχλεί ακόμη και το περίσσευμα διαφωνίας αλλά δεν δέχομαι το έλλειμμα πίστης σε αυτή την κοινή προσπάθεια και αυτό οφείλουμε να το αποδεικνύουμε καθημερινά.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Παρά το δυναμικό ξεκίνημα, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, το Κίνημα Αλλαγής δείχνει- πλην κάποιων εξαιρέσεων-μια στασιμότητα στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Πως το εξηγείτε;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το κλίμα στο δημόσιο βίο είναι νοσηρό. Ευθύνεται η κυβέρνηση η οποία κουβαλά τα στοιχεία της ληξιαρχικής πράξης γέννησής της. Θυμηθείτε πώς έγινε εξουσία. Η χώρα κινείται χωρίς προσανατολισμό, είναι αιχμάλωτη των τακτικισμών μικροκομματικής επιβίωσης, χάνοντας ως εκ τούτου πολύτιμο κεφάλαιο με την εξ αντικειμένου πριμοδότηση των άκρων και την εξώθηση των πολιτών να γυρίσουν την πλάτη στον κοινοβουλευτισμό και την πολιτική. Αυτό το κλίμα καθιστά ακόμη πιο απαραίτητη την ενδυνάμωση ενός φορέα ευθύνης και εγγύησης των θεσμικών κανόνων όπως το Κίνημά μας. Θεωρώ πως δεν πρέπει να επιδείξουμε το άγχος του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ που αντί να καθοδηγούν τη χώρα, καθοδηγούνται από τις δημοσκοπήσεις. Μπορεί να αλλάζουν στάση γιατί οι επιλογές τους υπακούουν στο κυνήγι δημοσκοπικών μονάδων. Από την πλευρά μας, οφείλουμε να είμαστε πρωτοπόροι σπάζοντας το κέλυφος της ψηφοθηρίας μέσα στο οποίο έχει κλειστεί το κομματικό σύστημα. Να κερδίσουμε τους πολίτες πολλοί εκ των οποίων δηλώνουν σήμερα αναποφάσιστοι ή και αμέτοχοι. Ο λόγος μας να παραμείνει νηφάλιος και η στάση μας να διακρίνεται από αίσθημα ευθύνης. Το σημαντικότερο είναι πως αυτό πέραν της ενίσχυσης των εκλογικών ποσοστών μας θα έχει αντίκρισμα στην πολιτική δύναμη του Κινήματός μας αφού πέρα από τα ποσοστά θα έχει πετύχει να συσπειρώσει δυνάμεις φωτισμένες, χειραφετημένες από τη μικροκομματική τυφλότητα και την πελατειακή νοοτροπία.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Στο επερχόμενο Συνέδριο θα παραβρεθεί και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκος Μητσοτάκης. Μήπως είναι και ένας οιωνός για ενδεχόμενη μελλοντική συγκυβέρνηση του Κινήματος Αλλαγής με τη ΝΔ ή μήπως θεωρείτε προτιμητέα μια συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι αυτοκαταστροφική η συντήρηση από την πλευρά μας αυτής της συζήτησης με τα συναφή διλήμματα. Εμμέσως πλην σαφώς προσδίδει στο Κίνημά μας τα χαρακτηριστικά όχι ενός πρωταγωνιστικού φορέα αλλά μιας συμπληρωματικής δύναμης. Είναι ομολογία πως χάσαμε οριστικά το δρόμο προς την κορυφή ως αυτόνομος πόλος. Επιπροσθέτως, μας εκθέτει στην κριτική πως έχουμε διαποτισθεί από το σύνδρομο του κυβερνητισμού. Από την άλλη, στο ερώτημα για την κυβερνησιμότητα της χώρας δώσαμε κατ’ επανάληψη απάντηση ευθύνης όταν είχαμε τη σχετική εντολή. Αν μας δώσει τέτοια εντολή και πάλι ο ελληνικός λαός θα κάνουμε το χρέος μας. Αν, όμως, αυτή η εντολή δοθεί στα κόμματα που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν να προπορεύονται, τότε το ερώτημα πρέπει να τεθεί σε αυτά. Άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνά αδιατάρακτα με τους ΑΝΕΛ, γιατί δεν μπορεί να συνεργασθεί με τη ΝΔ; Από την άλλη, η ΝΔ σε ικανό ποσοστό διαμόρφωσε πολιτικές συμφύσεις με το ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο μιας άτυπης συμμαχίας για να ενοχοποιήσουν και να πλήξουν το ΠΑΣΟΚ. Μοιάζουν και ταιριάζουν μεταξύ τους πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εμείς με καθένα από αυτούς. Το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να ανανεώσει τη σχέση εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις αποκτώντας ρίζες ιδίως στη συνείδηση της νέας γενιάς. Αλλιώς θα καταστεί ένας ευκαιριακός σύμμαχος χωρίς ταυτότητα του οποίου τα ποσοστά θα αυξομειώνονται από τον κυβερνητικό ετεροπροσδιορισμό και όχι τις αρχές και το πρόγραμμά του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Το σκάνδαλο της Novartis έφερε στην επιφάνεια το μείζον θέμα της φαρμακευτικής δαπάνης, για την «εκτόξευση» της οποίας και το ΚΙΝΗΜΑ και ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου κατηγορούν την κυβέρνηση Καραμανλή. Πιστεύετε ότι θα οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα η Προανακριτική;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Υπενθυμίζω το δημοσιονομικό εκτροχιασμό της περιόδου 2004-2009. Η φαρμακευτική δαπάνη κατέχει περίοπτη θέση σε αυτή την εξέλιξη. Υπερδιπλασιάστηκε από τα περίπου 2 δισ. στα περίπου 5,5 δισ. Η κυβέρνησή μας προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις τις οποίες τότε η αντιπολίτευση καταψήφιζε ενώ τώρα όλοι τις υιοθετούν και τις υπερασπίζονται! Η δημιουργία του ΕΟΠΠΥΥ τον οποίο κατέστησε πανίσχυρο διαπραγματευτή έναντι των πολυεθνικών, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση χάρη στην οποία εξοικονομούνται κάθε χρόνο ποσά στο ύψος ενός ΕΝΦΙΑ, η επαναφορά της θετικής λίστας που είχε καταργήσει το 2004 η ΝΔ ευνοώντας την υπερσυνταγογράφηση και την πολυφαρμακία και πολλά ακόμη οδηγούν στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Το σκάνδαλο Novartis είναι υπαρκτό και δεν είναι το μοναδικό. Σε όλες τις χώρες καταγράφονται σκάνδαλα, δεν είναι μόνο ελληνικό γνώρισμα. Ελληνικό γνώρισμα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τέτοια θέματα. Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να φέρει στα μέτρα του δικού της πολιτικού σχεδιασμού ένα σκάνδαλο που λιμνάζει στη Δικαιοσύνη για περισσότερο από ένα χρόνο. Μεθοδεύει διαδικασίες σπίλωσης αντιπάλων με την ανάλογη επικοινωνιακή ανάδειξη απευθυνόμενη στη γενικευμένη δυσθυμία και καχυποψία των πολιτών. Στην πράξη προβλέπω την επιστροφή του φακέλου στη Δικαιοσύνη αφού, όμως, έχουν στοχοποιηθεί πολιτικοί αντίπαλοι και συντηρείται εκκρεμής η σε βάρος τους κατηγορία ενώ τρέχουν οι πολιτικές εξελίξεις ακόμη και με τη διεξαγωγή εκλογών. Παλιά τους τέχνη κόσκινο! Η διαδικασία που επέλεξε η κυβέρνηση δεν θα οδηγήσει πουθενά γιατί απλούστατα φέρει τα στίγμα του μικροκομματικού τρόπου με τον οποίο δρομολογήθηκε. Ας αντιληφθεί, όμως, η κυβέρνηση πως αυτή η μισαλλόδοξη πρακτική οδηγεί ενδεχομένως στην αντίστροφη χρησιμοποίηση τέτοιων εργαλείων μια επόμενη περίοδο με θύμα την ίδια.

Έχω κατ’ επανάληψη αναφερθεί στην ανάγκη επιστημονικής αξιολόγησης της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Επιτρέψτε μου να επαναλάβω αυτούσια όσα έχω πει στο 9ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το Μάρτιο του 2013: «Στον κύκλο της μεταπολίτευσης η Ελλάδα γνώρισε τη θεσμική συγκρότηση της Πολιτείας και έζησε την καλύτερη δημοκρατία από συστάσεως ελληνικού κράτους. Οι πολίτες πέτυχαν το ανώτερο επίπεδο ζωής που είχε ποτέ ο ελληνικός λαός από καταβολής της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ έγινε καταλύτης χειραφέτησης και λύτρωσης ιδίως για τις δυνάμεις της κοινωνίας που μέχρι τότε περιθωριοποιούνταν από την αυταρχική εξουσία. Έδωσε ταυτότητα αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας στη χώρα που από μια βαλκανική στην Ευρώπη αναδείχθηκε σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Συγκρότησε με την πρωτοφανή κοινωνική κινητικότητα μια ισχυρή μεσαία τάξη που έγινε παράγοντας και για την πολιτική σταθερότητα. Οι γκρίζες ζώνες στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ και η σκιά των προσώπων, υπαρκτά και τα δύο, δεν μπορούν να διαγράψουν την πορεία του Κινήματός μας. Υπαρκτό είναι και το ιστορικό γεγονός πως η χώρα έζησε με δανεισμό συχνά πάνω από ό,τι επέτρεπαν οι δυνάμεις της, αξίζει, όμως, εδώ να αποσαφηνίσουμε πως χρησιμοποιήθηκαν οι δανεικοί πόροι από τις δύο παρατάξεις που κυβέρνησαν τη χώρα. Ας δούμε λοιπόν σε ποιες περιόδους δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί που έκαναν σύγχρονη τη δημοκρατία μας και πιο κοινωνικό το κράτος. Σε ποιες περιόδους η χώρα απέκτησε σύγχρονες υποδομές στην Υγεία, την Παιδεία, τις Μεταφορές και έφθασε να ανήκει στις 30 πλουσιότερες χώρες του πλανήτη. Το έργο αυτό έγινε και με δανεισμό, αλλά μπορεί να μας πει κάποιος ο υπέρμετρος δανεισμός επί ΝΔ σε τι χειροπιαστό έργο μεταμορφώθηκε; Αυτή η μεταπολίτευση που πολλοί την αφορίζουν έδωσε ανάστημα στη χώρα. Την έκανε μέλος στις μεγαλύτερες συμμαχίες του κόσμου. Έδωσε υπόσταση στις κοινωνικές δυνάμεις και σε κάθε πολίτη ξεχωριστά, δυνατότητες προκοπής που μέχρι τότε ήταν αδιανόητες. Δεν ήταν, λοιπόν, όλα αρνητικά. Αυτό δεν σημαίνει πως ήταν όλα θετικά. Μια αξιολόγηση, όμως, της περιόδου αυτής δεν μπορεί να γίνει με όρους συγκυριακούς και τρόπο ψηφοθηρικό υπό το κλίμα της κρίσης που βιώνουμε. Γιατί τότε το μήνυμα για τις αναγκαίες αλλαγές δεν θα έχει ιστορικό περιεχόμενο. Δεν θα έχει προοπτική. Μπορεί μάλιστα να οδηγήσει στο να αλλάξουμε αυτά που πρέπει να διατηρήσουμε και να διατηρήσουμε αυτά που πρέπει να αλλάξουμε».

Ακόμη το σχετικό τμήμα της εισήγησής μου στο Συμπόσιο του ΙΣΤΑΜΕ για τα 39 χρόνια του ΠΑΣΟΚ το Σεπτέμβριο του 2013: «Δεν θα βγούμε από την κρίση αν εκτός της πρότασης για την υπέρβασή της δεν έχουμε προσδιορίσει και ερμηνεύσει το παρελθόν μας. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν τρίτοι και μάλιστα διαχρονικοί πολέμιοι του ΠΑΣΟΚ ερήμην μας, ερήμην του ΠΑΣΟΚ, γράψουν την ιστορία της λεγόμενης μεταπολίτευσης. Αν μπορούσαμε να μιλήσουμε για σύγχρονο ελληνικό κεκτημένο στον κύκλο της μεταπολίτευσης στους τομείς:

• της δημοκρατικής οργάνωσης της Πολιτείας

• του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους

• της κοινωνικής σύγκλισης

• των αναπτυξιακών υποδομών

τότε υποστηρίζω πως το ΠΑΣΟΚ πιστώνεται με το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό για ό,τι θετικό έγινε. Και όμως, γίνεται μια τεράστια προσπάθεια να παρουσιαστεί σαν ο αποδιοπομπαίος τράγος της πολιτικής ιστορίας.

Δεν είναι μόνο οι πολίτες που στήριξαν και ξαναστήριξαν το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύοντάς το σε μεγάλο πρωταγωνιστή της πολιτικής ζωής, ο αψευδής μάρτυρας για το Κίνημά μας. Είναι και οι δείκτες που τεκμηριώνουν αυτήν την υπεροχή. Για την αντικειμενική αποτύπωση της πορείας της χώρας και των κομμάτων μπορεί να χρησιμοποιηθούν δοκιμασμένα εργαλεία, όπως τα παρακάτω έξι κριτήρια:

α) Οι μεγάλες εθνικές επιλογές (Ευρωπαϊκή Ένωση, Ο.Ν.Ε., Κύπρος, εθνική συμφιλίωση)

β) Η αναπτυξιακή πορεία της χώρας και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών

γ) Οι θεσμικές αλλαγές, ο εκσυγχρονισμός και οι δημοκρατικές ρήξεις και μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα, στη διοίκηση και την αυτοδιοίκηση

δ) Το κοινωνικό κράτος (ΕΣΥ, δομές πρόνοιας)

ε) Οι αναπτυξιακές υποδομές και τα έργα εθνικής και περιφερειακής κλίμακας

στ) Η εθνική συνεννόηση και η συμφιλίωση.

Θυμίζω ότι ξεκινήσαμε από το «κατόπιν ενεργειών μου», το «μπάρμπα στην Κορώνη», το «φωτιά και τσεκούρι» και την «Κύπρο που είναι μακριά». Και πήγαμε: στο ΑΣΕΠ, στο ΕΣΥ, στους αιρετούς νομάρχες και περιφερειάρχες, στις χωρίς προηγούμενο αναπτυξιακές δομές και υποδομές, στην αναγνώριση της Αντίστασης και τη συμφιλίωση και στην ασφαλή Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κανένα κόμμα στην πολιτική ιστορία του τόπου, σε καιρό ειρήνης, δεν έχει να επιδείξει τόσο μεγάλη διάρκεια και τόσο μεγάλο έργο, απολαμβάνοντας εξίσου μεγάλη λαϊκή εμπιστοσύνη».

ΕΡΩΤΗΣΗ: Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών συμπλήρωσε ήδη 3 χρόνια από τη μέρα της ίδρυσής του. Θεωρείτε πως έχει καταφέρει να αφήσει το αποτύπωμά του στην πολιτική ζωή της χώρας; 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σας καλώ να ανατρέξετε στην ιδρυτική διακήρυξη και τα άλλα πολιτικά κείμενα ώστε σε συνδυασμό με τη στάση μας να βγάλετε συμπεράσματα. Θα συνόψιζα στον παρακάτω άξονα τα χαρακτηριστικά της παρουσίας μας.

• Υιοθέτηση αρχών στο πλαίσιο μιας πολιτικής αυτονομίας χωρίς εξαρτήσεις και δεσμεύσεις απαλλαγμένη από το λαϊκισμό και τη δημαγωγία.

• Υπεράσπιση της ιστορικής διαδρομής και της παράδοσης της παράταξης.

• Τεκμηρίωση και προγραμματική πρόταση για να βγει η χώρα από το τέλμα όπου την κρατά η κούφια συνθηματολογία.

• Αταλάντευτη στάση απέναντι στη δεξιά παράταξη και τη συντήρηση στην κάθε εκδοχή της.

• Πρόταξη του εθνικού έναντι του κομματικού και του συλλογικού έναντι του προσωπικού.

• Προσπάθεια ανάδειξης σε κεντρικό ρόλο νέων δυνάμεων που σε άλλες περιστάσεις οι κομματικές επετηρίδες θα τις κρατούσαν στην «αίθουσα αναμονής».

Ο Γ. Παπανδρέου είναι μια εθνική μονάδα με διεθνές αντίκρισμα. Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών φιλοδοξεί να είναι εγγυητής και πολλαπλασιαστής αρχών και αξιών χωρίς τις οποίες ούτε η παράταξη αλλά, κυρίως, ούτε η χώρα έχουν μέλλον.


Η Σοσιαλδημοκρατία είναι ίσως το κυρίαρχο και πλέον δοκιμασμένο σύστημα ιδεών, διακηρύξεων, προγραμματικών θέσεων και κυβερνητικής μεθοδολογίας μεταξύ των ρευμάτων που εκφράζονται πολιτικά με τον όρο Κεντροαριστερά. Η γενετική αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς όπως σχηματοποιήθηκε αναλόγως της θέσης των παρατάξεων στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, κληροδότησε στην Ιστορία μια διαρκώς ανανεούμενη οριοθέτηση των δύο πόλων με διάφορες κατά καιρούς εκφράσεις. Η Σοσιαλδημοκρατία είναι τμήμα της διαχρονικής Αριστεράς. Από τα μέσα του 19ου αιώνα όταν η γερμανική ΄Ενωση Εργατών εκδίδει την εφημερίδα «Σοσιαλδημοκράτης» μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση που προκάλεσε ρήξεις και διαιρέσεις και από τη Διακήρυξη της Σοσιαλιστικής Διεθνούς το 1951 στη Φρανκφούρτη σε συνδυασμό με την «χρυσή εποχή» της επιτυχημένης για πολλά χρόνια κυβερνητικής παρουσίας της, η Σοσιαλδημοκρατία έχει εγγράψει στην ιστορία της ανθρωπότητας την παρακαταθήκη της που αποτελεί και ένα θετικό κεκτημένο σε πολλούς τομείς ακόμη και σήμερα.

Στην Ελλάδα αναλήφθηκαν κατά καιρούς πρωτοβουλίες ίδρυσης σοσιαλιστικών κομμάτων και κινήσεων που δεν ευδοκίμησαν. Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ το 1974 άλλαξε τα έως τότε δεδομένα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε την «κληρονομιά» της ΄Ενωσης Κέντρου επιλέγοντας να κινηθεί αριστερότερα, ιδρύοντας ένα κίνημα οργανωμένης βάσης στη θέση ενός δικτύου παραγόντων και κομματαρχών. Το ΠΑΣΟΚ της πρώιμης περιόδου συγκροτήθηκε από δυνάμεις ενός ευρύτατου φάσματος με όποιο κριτήριο και αν χρησιμοποιηθεί, ιδεολογικό, ταξικό, ιστορικής καταγωγής, ηλικιακό. Το ΠΑΣΟΚ της κυβερνητικής περιόδου απέκτησε σαφέστερα σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά με σημαντικές πρωτοβουλίες και τομές όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα αλλά και με τον πατριωτικό λόγο που υπαγόρευαν οι εθνικές ιδιαιτερότητες. Το ΠΑΣΟΚ έγινε, όπως έλεγε ο Ανδρέας Παπανδρέου, «η δυνατότητα της Αριστεράς να κυβερνά» ή, όπως έλεγε ο Κώστας Σημίτης, «η Αριστερά της πράξης».

Παρά το ότι κάποιος μπορεί δικαιολογημένα να θεωρήσει τη Σοσιαλδημοκρατία ως το πιο επιτυχημένο κυβερνητικό υπόδειγμα του 20ού αιώνα, είναι φανερό πως τα τελευταία χρόνια βρίσκεται μπροστά σε στρατηγικά διλήμματα. Τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων της Κεντροαριστεράς, με όποια μορφή τους, βαίνουν μειούμενα με ελάχιστες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αρνητική συνέπεια στην επίδοση των Σοσιαλδημοκρατών φαίνεται πως έχουν σε πρώτη ανάγνωση τρεις παράγοντες:

• Η υποβάθμιση της θεσμικής λειτουργίας του κόμματος και η απώλεια της αυτονομίας του με τη μετατροπή του σε εργαλείο κυβερνητισμού και σε απόσταση από τη βάση του.

• Η προγραμματική όσμωση και η ιδεολογική άμβλυνση στις κυβερνητικές συμπράξεις της Σοσιαλδημοκρατίας με τις συντηρητικές δυνάμεις που τελικώς επωφελούνται.

• Η απουσία μιας κεντρικής γραμμής, της κινούσας ιδέας για τις τακτικές επιλογές κάθε κόμματος με συνέπεια να σχηματίζεται εικόνα ρευστοποίησης και απεμπόλησης των αρχών του.

Στις παρούσες συνθήκες, η Σοσιαλδημοκρατία διεθνώς δεν έχει διατυπώσει μια διαφορετική και συγχρόνως ρεαλιστική αλλά και πλειοψηφική πρόταση:

• Για την παγκοσμιοποίηση και την υποχώρηση του εθνικού κράτους και του ρυθμιστικού και ελεγκτικού ρόλου του.

• Για τις τεχνολογικές δυνατότητες που αναβαθμίζουν την επινοητικότητα της αγοράς.

• Για το νέο πολυπολικό κόσμο που ανοίγει νέα σύνθετα πεδία ανταγωνισμού και αναδιατάσσει τις συμμαχίες.

Η οικογένεια της Κεντροαριστεράς έχει κατά καιρούς γνωρίσει ηγεσίες και έχει ασπασθεί πολιτικές μόδες αναλόγως των συγκυριών και των εθνικών χαρακτηριστικών των διαφόρων κομμάτων. Από το δεύτερο στον τρίτο δρόμο και από τη ριζοσπαστική Αριστερά στο μεταρρυθμιστικό Κέντρο, αναζητείται η ταυτότητα που θα της δώσει επίκαιρα χαρακτηριστικά, διακριτή θέση και σταθερή βάση. Αυτή η ταυτότητα είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα εκλογικό πρόγραμμα ή μια συγκυριακή πολιτική τακτική. Είναι η επαναθεμελίωση της Σοσιαλδημοκρατίας στις αξίες που διατρέχουν τόσο τη θετική πλευρά των ιστορικών αντιθέσεων, με την υπεράσπιση ιδανικών, όσο και τη συνείδησή μας αφού ο άνθρωπος πριν από ον της παραγωγής είναι ον της σημασίας και του πολιτισμού, δηλαδή όχι ένας απλός συντελεστής της παραγωγής. Με άλλα λόγια, ούτε η νοσταλγική επιστροφή στις ρίζες που επαγγέλλονται κάποιοι-όπως ο Κόρμπιν των Βρετανών Εργατικών- ούτε ο αποχρωματισμένος πραγματισμός που επικαλούνται κάποιοι άλλοι- όπως ο Μακρόν- δίνει απάντηση σε αυτή την πρόκληση. Το κλειδί ίσως βρίσκεται στον ανθρωποκεντρισμό της Αριστεράς δηλαδή η τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών ανάδειξη της αυταξίας και του ρόλου του πολίτη. Θυμίζω χαρακτηριστικά πως πριν επικρατήσει η γεωγραφική αντίληψη για την πολιτική κοινότητα, οι πόλεις ήταν οι άνθρωποι και όχι ο τόπος, ήταν οι πολίτες και όχι το φυσικό και κτιστό περιβάλλον. Η έννοια του πολίτη με ίσα δικαιώματα για να αποκτά δυνατότητες και ίσες δυνατότητες για να ασκεί ισότιμα τα δικαιώματά του είναι η επανάσταση που χρειάζεται να προκρίνει η Σοσιαλδημοκρατία.

Η αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς δεν είναι η σύγκρουση του φωτός με το σκότος, παραμένει, όμως, μια διαρκής διάκριση με ιδεολογικό και αξιακό περιεχόμενο που αντανακλάται στις επιλογές της ηγεσίας και τη ζωή των πολιτών. Η καλούμενη «χρυσή εποχή» της Σοσιαλδημοκρατίας αναζητά το σύγχρονο ισοδύναμό της. Αυτή η προσπάθεια σε καιρούς ραγδαίων ανακατατάξεων γίνεται πιο δύσκολη. Τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά. Η Ρωσία δεν έχει σχέση με τη Σοβιετική ΄Ενωση, ούτε η Κίνα της αγοράς με την πολιτιστική επανάσταση. Το χρηματιστηριακό κεφάλαιο είναι «εξυπνότερο» και «παραγωγικότερο» ενώ οι πολυεθνικές είναι παντού στην καθημερινότητά μας. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών αμφισβητούν εθνικές και πολιτισμικές ομοιογένειες. Οι ανισότητες, ακόμη κι όταν έχουν εθνικό-εσωτερικό χαρακτήρα, δεν είναι εύκολο να αντιμετωπισθούν γιατί είναι πιο δύσκολο να εξαλειφθούν οι αιτίες που τις προκαλούν και είναι υπερεθνικές. Το συμπέρασμα είναι πως η Σοσιαλδημοκρατία για να επανακατακτήσει τον ιστορικό ρόλο της πρέπει επειγόντως να προωθήσει τρεις πρωτοβουλίες για:

• Σταθερή συνεργασία των σοσιαλιστικών κομμάτων ιδίως της Ευρώπης και των χωρών που αναδύονται ως νέοι ισχυροί παγκόσμιοι παίκτες.

• Ρυθμίσεις για την ανάκτηση του πρωτείου της πολιτικής από τις αγορές και την επικοινωνία.

• Ανθρωπιστικό περιεχόμενο στην παγκοσμιοποίηση.

Το Κίνημα Αλλαγής επιχειρεί την επιστροφή της Σοσιαλδημοκρατίας ως πρωταγωνιστικής Αριστεράς. Η Κεντροαριστερά δεν αποτελεί έναν ενδιάμεσο ετεροπροσδιοριζόμενο χώρο με συγκυριακή ταυτότητα, δεν είναι μια εξ αντανακλάσεως προς τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ επιλογή. Είναι σαφής η θέση της σε σχέση με τις αντιθέσεις και συγκρούσεις που χαρακτηρίζουν τον κόσμο:

• Ανήκει στην Αριστερά απέναντι στη Δεξιά.

• Πιστεύει σε μια ανοικτή κοινωνία απέναντι στην εσωστρέφεια και τον προστατευτισμό.

• Υπερασπίζεται την πολιτική και τον κοινοβουλευτισμό απέναντι στην ιδεοληψία της βίας των νεοεπαναστατών.

• Προωθεί δημοκρατικές ρήξεις και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη θέση του πολίτη απέναντι στο κράτος της πελατειακής διαχείρισης ολιγαρχιών και συντεχνιών.

• Αγωνίζεται για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής απέναντι στη φτωχοποίηση, την περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό.

• Πρωτοστατεί για μια συμμαχία των προοδευτικών στην κατεύθυνση μετασχηματισμού της Ευρώπης για την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση των μελών της απέναντι στη γραφειοκρατικοποίηση, τον αποδημοκρατισμό και την αναπαραγωγή των ανισοτήτων.

Η αναγέννηση της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα ασφαλώς δεν γίνεται σε κενό ιστορικής συνείδησης αλλά απαιτεί νέες επεξεργασίες με βάση το παραπάνω πλαίσιο. Θεμελιώνεται κυρίως στην αλήθεια και το ήθος της αυτογνωσίας απορρίπτοντας την πελατειακή δημαγωγία και το λαικισμό. Ο προοδευτικός πόλος της χώρας συγκροτείται όχι σε ταξική αλλά σε αξιακή βάση και το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να πείσει ότι είναι πρωτίστως φορέας αυτών των αξιών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε από ένα μεγάλο τμήμα πολιτών που αυτοτοποθετούνται ως αριστεροί και σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα χαρακτηρίζεται από ιδεολογικό και πολιτικό μετεωρισμό αφού θέλει να εμφανίζεται ταυτοχρόνως και ως αυτό που ήταν και ως αυτό που είναι. Συμπράττει με τους ΑΝΕΛ, αλλά συμμετέχει στο φόρουμ των ευρωπαίων σοσιαλιστών. «Εσκισε» το μνημόνιο, αλλά εφαρμόζοντας ένα πολύ αυστηρότερο. Επικαλείται τη συνεννόηση του κοινοβουλευτισμού, αλλά ανέχεται τη βία και ανομία των «νέο-αγανακτισμένων» που υπέθαλψε. Σε τελευταία ανάλυση, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται ότι ανήκει στην Κεντροαριστερά, απλώς σχεδιάζει κυβερνητικά σχήματα με νέες συγγενέστερες συμπράξεις. Η Σοσιαλδημοκρατία και γενικότερα η Κεντροαριστερά διασφαλίζει την προοπτική της αν επιστρέψει στη βάση της. Οι διευθετήσεις κορυφής μακριά από τον κόσμο που βιώνει τη μεγάλη κρίση οδηγούν σε απαξίωση και συρρίκνωση. Το επικείμενο συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής μπορεί να είναι η αρχή για μια πορεία στο μέλλον που η Σοσιαλδημοκρατία δεν θα επιβεβαιώσει απλώς αλλά θα υπερακοντίσει το σπουδαίο παρελθόν της.


* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Documento» την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018


1. Στα μεγάλα, αλλά όχι μόνο, θέματα που την απασχολούν η Ελλάδα δείχνει να κινείται σπασμωδικά. Μοιάζει με σύνδρομο εθνικής σύγχυσης. Ο μετεωρισμός της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντανακλά στη χώρα και συχνά την καθηλώνει. Δεν της επιτρέπει να αποκτήσει σαφείς στόχους και συλλογικό προσανατολισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γυρίσει σ΄αυτό που ήταν και δεν μπορεί να φθάσει σ΄αυτό που έγινε. Θέλει νάναι και τα δυο  (προφανώς αλληλοσυγκρουόμενα) μαζί. Η ΝΔ παραμένει η γνωστή πελατειακή Δεξιά. Υποστηρίζει ο,τιδήποτε, αλλά και το αντίθετό του όπως έδειξε και η στάση της στο νέο-μακεδονικό ζήτημα. Η πολιτική εικόνα αποκτά τα τελευταία χρόνια πρόσθετα στοιχεία. Εξωθεσμικές δυνάμεις αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες που φανερώνουν φιλοδοξίες όχι απλώς έκφρασης ή και άσκησης πίεσης, αλλά υποκατάστασης της δημοκρατικά νομιμοποιημένης λειτουργίας. Αυτό είναι συνέπεια και του κενού που αφήνει η ίδια η πολιτική, όταν τα κόμματα δεν αξιοποιούν τη Βουλή για την ανάδειξη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων επιδιώκοντας την επικράτησή τους κυρίως μέσω ελεγχόμενων μηχανισμών επικοινωνίας. Πρώτα αυτά δηλαδή εκχωρούν ζωτικό τους χώρο. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να αδρανεί ούτε να πολυδιασπάται ξοδεύοντας εθνική ενέργεια για μικροκομματική κεφαλαιοποίηση.

2.  Η Κεντροαριστερά οφείλει να συμβάλλει στην αποκατάσταση της κανονικότητας που χαρακτηρίζει τις λειτουργίες της χώρας σε κάθε προηγμένη δημοκρατία. Να δείξει πως είναι το πρόπλασμα της κοινωνίας που επαγγέλλεται. Αυτό πρακτικά σημαίνει:

* Υπεράσπιση των θεσμικών εκφράσεων και τήρηση των ανοικτών δημοκρατικών διαδικασιών μακριά από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και μηχανισμούς.

* Συνεργασία με τα κοινωνικά κινήματα και υποστήριξη κάθε λαικής πρωτοβουλίας που αφορά δικαιώματα πολιτών και ταυτοχρόνως σέβεται το δημόσιο συμφέρον και υπερασπίζεται τα δικαιώματα των άλλων μακριά από συντεχνιακές συμμαχίες.  

* Στρατηγικό σχέδιο για το ρόλο της Ελλάδας στις εξωτερικές σχέσεις και  συμμαχίες της μακριά τόσο από μεγαλοιδεατισμούς όσο και από τον κίνδυνο δορυφοροποίησης της χώρας.

* Ρεαλιστικό πρόγραμμα με απαντήσεις στις τρέχουσες προκλήσεις που το διακρίνει η αλήθεια και η ευθύνη μακριά από το δέος του πολιτικού κόστους και την κατάρτιση ενός καταλόγου ευχών και επιθυμιών χωρίς αντίκρισμα εφαρμογής μόνο και μόνο για εκλογική χρήση.

Οι πολίτες έχουν τον καθοριστικό λόγο. Αρκεί να σκεφθούν ότι η επιλογή τους προσδιορίζει όχι απλώς τους κομματικούς συσχετισμούς αλλά την ίδια τη δική τους ζωή.

3. Η συγκυρία επιβάλλει την εθνική συνεννόηση μέσω της αναζήτησης του κοινού τόπου ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Η χώρα έχει ανάγκη και τις δύο σχολές πολιτικής σκέψης, θα πρόσθετα μάλιστα πως η Αριστερά χρειάζεται τη Δεξιά και το αντίστροφο. Η ηθική του καθήκοντος απέναντι στη χώρα οδηγεί στο δρόμο των συγκλίσεων όλων των δυνάμεων που αυτοδεσμεύονται να υπερασπίζονται τη θέση της χώρας στην Ευρώπη αφ΄ενός και αφ΄ετέρου το συνταγματικό πλαίσιο στο εσωτερικό της. Ταυτοχρόνως, η αντιπαράθεση και διαπάλη μεταξύ των δύο κυρίαρχων ρευμάτων που συγκροτούν και τους κομματικούς πυλώνες της Πολιτείας είναι εξίσου αναγκαία εφόσον αποκτά περιεχόμενο και διακυβεύματα. Μια προοδευτική πολιτική απέναντι στις προτάσεις του νεοφιλελευθερισμού και της αποθέωσης της αγοράς απαιτεί το ευρύτερο δυνατό υποκείμενο με το σύνολο των δυνάμεων που εκφράζουν τις ίδιες βασικές αρχές και δεσμεύονται να τις εφαρμόζουν με μια πολιτική:

* Απέναντι στον εθνικισμό αλλά και τον εθνομηδενισμό.

* Απέναντι στις ολιγομελείς ολιγαρχίες αλλά και τις πολυπληθείς συντεχνίες.

* Απέναντι στην παθητικοποίηση και αδράνεια των πολιτών αλλά και απέναντι στη «δυναμική» παρουσία με όπλο τη βία και την ανομία.

4. Γίνεται δικαίως λόγος για τη μεγάλη πρόκληση της Ελλάδας να υπερβεί την κρίση. Στην ατζέντα της πολιτικής για τη χώρα οι προκλήσεις είναι πολλές. Οι εκάστοτε συνθήκες τις καθιστούν περισσότερο ή λιγότερο επιτακτικές. Η αδυναμία τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης το μόνο που εγγυώνται είναι η παράταση μιας παρένθεσης που θα έπρεπε να είχε κλείσει. Στο συντηρητικό πόλο οι δυνάμεις συντάσσονται με βάση τις δημοσκοπήσεις. Στην άλλη πλευρά, δεδομένης της κυβερνητικής αποτυχίας, η πρόκληση για την Κεντροαριστερά γίνεται μεγαλύτερη. Το Κίνημα Αλλαγής έχει ξεπεράσει και το φόβο της περιθωριοποίησης και τον πειρασμό του κυβερνητισμού. Καλείται να πράξει για τη χώρα αλλά ταυτοχρόνως και για το χώρο γιατί στην εθνική σύγχυση η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι προοδευτική.


* το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» (Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018)

Οι πολυπληθείς συγκεντρώσεις για το νεομακεδονικό ζήτημα είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που δηλώνει ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιήθηκαν.

Η συμμετοχή σε αυτές ενσωματώνει και περιέχει συναισθήματα και σκέψεις μεγάλης μερίδας των πολιτών για την γενικότερη κατάσταση της χώρας. Η ενεργή παρουσία των πολιτών είναι θετικό μήνυμα, υπό την αυστηρή προϋπόθεση πως είναι ταυτόσημη με το σεβασμό και την προσήλωση στους θεσμούς που διέπουν τη λειτουργία της ελληνικής Πολιτείας. Σε διαφορετική περίπτωση οδηγούμεθα σε διάρρηξη του αποδεκτού θεσμικού πλαισίου της συνύπαρξής μας με τις όποιες διαφορές και τότε ακολουθεί ο διχασμός και ο εμφύλιος.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια μια αντίληψη εμφιλοχωρεί στο δημόσιο λόγο και γοητεύει πολλούς, ότι δηλαδή αυτοί που μας κυβερνούν δεν μας εκπροσωπούν. Είναι μια συνταγή αποδημοκρατισμού, θεσμικής αποδιάρθρωσης και εθνικής μείωσης. Καλλιεργείται η πεποίθηση πως ενώ εκλέγουμε με την αβίαστη ψήφο μας τους πολιτικούς εκπροσώπους μας η άσκηση της πολιτικής εξουσίας θα συντελείται μέσω περιστασιακών πρωτοβουλιών και όχι με βάση ένα εθνικό σχέδιο και εντός των συντεταγμένων κανόνων.

Τότε ο λαϊκισμός και η δημαγωγία υπερισχύουν της ευθύνης και το εθνικό συμφέρον μερικοποιείται. Οι 300 Έλληνες βουλευτές ασφαλώς και δεν είναι οι 300 εξυπνότεροι, εντιμότεροι και ικανότεροι Έλληνες. Διαθέτουν, ωστόσο, αυτοί και μόνο το τεκμήριο της εκλογής και της δημοκρατικής νομιμοποίησής  να αποφασίζουν στο όνομα του λαού με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Γίνεται δύναμη για τη χώρα και αποτελεί όπλο για την πολιτική μια λαϊκή συγκέντρωση που εκφράζει πρωτογενώς τις λαϊκές τάσεις και φιλοδοξεί να ασκήσει μια θεμιτή επιρροή στην ηγεσία προς κάποια κατεύθυνση. Ισχύει το τελείως αντίθετο εάν έστω και ανομολόγητα στόχος της είναι να την υποκαταστήσει ή και να την καταργήσει.

Η τελευταία που επιτρέπεται να παραπονείται (έγινε κι αυτό) είναι η σημερινή κυβέρνηση. Επιχείρησε ατυχώς να συνδέσει τα συλλαλητήρια με περιθωριακές και μειοψηφικές αντιλήψεις. Θυμίζω, όμως, πως είναι αυτή που υπέθαλψε το «Κίνημα των αγανακτισμένων» με την ιαχή «Να καεί η Βουλή» χωρίς μάλιστα τότε να την ενοχλεί η συνύπαρξη των δικών της δυνάμεων με χρυσαυγίτες και παραεκκλησιαστικούς σκοταδιστές. Ευλόγησε τη βία σαν πολιτική μέθοδο και ευνόησε την ανομία και την αντιθεσμική στάση.

Η χώρα δεν είναι ιδιοκτησία μιας κυβέρνησης ή των κομμάτων και η Δημοκρατία δεν είναι προνόμιο για κάποιους και απαγορευμένος καρπός για τους άλλους. Το θέμα είναι αν η εμπειρία των τελευταίων χρόνων μας έκανε σοφότερους. Φοβούμαι πως όχι τόσο  όσο το απαιτούν οι περιστάσεις ενόψει των συνθηκών που διαμορφώνονται στον εθνικό ορίζοντα.

Το νεομακεδονικό ζήτημα γεννήθηκε από το εθνολόγημα περί μακεδονισμού των γειτόνων μας. Ο μακεδονισμός ως εθνική ταυτότητα με ιστορικό και πολιτισμικό περιεχόμενο εννοεί πως ο Μακεδόνας δεν είναι Έλληνας όπως π.χ. ο Πελοποννήσιος αλλά κάτι τελείως διαφορετικό και ξένο προς την Ελλάδα, την ελληνική Ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό. Αυτή η χονδροειδής διαστρέβλωση και ο συνακόλουθος σφετερισμός αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος στη σχέση μας με τους γείτονες. Είναι αληθές πως οι γείτονές μας κατοικούν σε ένα τμήμα της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας και ακόμη πως στο γειτονικό κράτος συνυπάρχουν δύο εθνικές κοινότητες, μία σλαβική και μία αλβανική. Στη βάση αυτής της πραγματικότητας μπορεί να αναζητηθεί η λύση στο πρόβλημα του ονόματος με σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις και από όλους προς όλους. Οι γείτονες οφείλουν να δεχθούν πως ο προσδιορισμός Μακεδονία αφορά τον τόπο εκτός αν οι ίδιοι αναγνωρίζουν στον εαυτό τους ρίζα ελληνική που αυτή τους συνδέει με το Φίλιππο και το Μέγα Αλέξανδρο. Ο αλυτρωτισμός των γειτόνων εάν δεν εξαλειφθεί στη βάση του στην πορεία του χρόνου και αναλόγως των εντάσεων ενδεχομένως θα τροφοδοτήσει αλυτρωτισμό αντίστροφης φοράς σε ελληνικούς κύκλους αφού «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική». Αυτά οι ίδιοι κύκλοι τα έλεγαν και για την Κύπρο.

Η κυβέρνηση με τους απολύτως λανθασμένους χειρισμούς της υπέσκαψε τη δυνατότητα μιας επιτυχούς εξέλιξης σε ένα στάσιμο θέμα. Επεδίωξε μια κομματική νίκη μέσω της οποίας θα κεφαλαιοποιούσε πολιτικά οφέλη σε βάρος των αντιπάλων της και κατέληξε και ψήφους να χάνει και να δυσκολεύει έως το όριο τους χειρισμούς της στο θέμα αυτό. Από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση που δηλώνει «έτοιμη για λύσεις» απέδειξε για μια ακόμη φορά πως μπορεί να υποστηρίζει οτιδήποτε αλλά και το τελείως αντίθετό του, να συμπεριφέρεται δηλαδή σαν φτερό στον άνεμο. Η στάση της ΝΔ επιβεβαιώνει την παραδοσιακή δεξιά με κυρίαρχη την πελατειακή αντίληψη ακόμη και στα εθνικά θέματα. Η ηγεσία της ΝΔ ας προβληματιστεί τι σημαίνει για την ίδια και την προοπτική που διακηρύσσει πως θέλει να προσδώσει τόσο η απώλεια της ιδεολογικής ηγεμονίας όσο και η ήττα της στο πεδίο των συμβόλων και μάλιστα τόσο γρήγορα και τόσο εύκολα.

Το Κίνημα Αλλαγής, τότε ΠΑΣΟΚ, είναι ίσως το μόνο που τα τελευταία χρόνια έδειξε στην πράξη πως βάζει την Ελλάδα πάνω από το κόμμα. Το έκανε την ώρα που έδινε μάχη απέναντι στο φάσμα της πλήρους χρεοκοπίας με τους αντιπάλους να αναζητούν απλώς δίοδο προς την εξουσία υψώνοντας σημαία ευκαιρίας. Η στάση ευθύνης που χαρακτηρίζει το Κίνημα Αλλαγής για το θέμα αυτό  με νηφάλιο λόγο και υπεύθυνη πρόταση μακάρι να βρει μιμητές.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη αλλά σε μια περιοχή με εύθραυστες ισορροπίες όπου διασταυρώνονται και συγκρούονται δυνάμεις με οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Μια αδιάφορη περιοχή σε καθιστά και σένα χωρίς στρατηγικό ρόλο. Μια περιοχή, όμως, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο γεννά προκλήσεις συχνά περισσότερες από όσες μπορεί να απαντηθούν. Στις ιστορικές εξελίξεις ουδείς θέλει να είναι θύμα, συχνά όμως γίνεται παρά τη θέλησή του, ιδίως όταν η Ιστορία γράφεται ερήμην του.

Αξίζει να έχουμε ενεργό, θα έλεγα πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή μας που βασίζεται στην ειρηνική συνύπαρξη και τη φιλική συνεργασία. Αυτό δεν είναι πάντα αυτονόητο και δεδομένο, αντιθέτως, μάλιστα, οι τριβές εκδηλώνονται μεταξύ γειτόνων. Η Ιστορία έχει δείξει πως καμία χώρα δεν προόδευσε περιστοιχιζόμενη από μεγαλύτερους ή μικρότερους εχθρούς. Οφείλεις, λοιπόν, εφόσον δεν μπορείς να κάνεις τους φίλους σου γείτονες να προσπαθείς να κάνεις τους γείτονές σου φίλους.


* το άρθρο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο «TheCaller.gr»

1. Τα χρόνια που πέρασαν από τον Ιανουάριο του 2015 είναι λίγα ως ιστορικός χρόνος, είναι, όμως, αρκετά για μια ασφαλή αξιολόγηση αυτής της κυβερνητικής περιόδου. Σε περίοδο κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, το κριτήριο και το ύφος πρέπει να είναι συναρτημένα όχι με την κομματική τοποθέτηση που προσδιορίζει αυτομάτως την υπεράσπιση ή την απόρριψη του κυβερνητικού έργου, αλλά με την εθνική ανάγκη. Η εθνική ανάγκη επιβάλλει συνεννόηση. Ο λόγος για τη συνεννόηση και ενδεχομένως τη σύγκλιση καταντά συνθηματολογικός αν περιορίζεται σε αφορισμούς.

2. Αυτή η περίοδος υπήρξε διδακτική για πολλούς και για πολλά: 

• Για την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη

• Για την αναγκαιότητα θετικών συσχετισμών στο εσωτερικό της χώρας αλλά ιδίως στις διεθνείς συμμαχίες και τις υποχρεώσεις που αυτές συνεπάγονται.

• Για την απόρριψη του λαϊκισμού και της δημαγωγίας που τελικώς έχουν θύμα τον ίδιο το λαό.

Μπορούμε, άραγε, να μιλήσουμε για την ήττα του λαϊκισμού και το τέλος των ψευδαισθήσεων; Ενόψει των πολιτικών εξελίξεων, οψέποτε προκύψουν, οι πολίτες οφείλουν να σταθμίσουν τις επιλογές τους με τη σοφία του μέλλοντος και όχι με την απλουστευτική εμπειρία του παρόντος. Σε διαφορετική περίπτωση, ο φαύλος κύκλος θα διαιωνίζεται.

3. Η κυβέρνηση υπονόμευσε από τη γέννησή της κιόλας την ευοίωνη προοπτική της για τους εξής, κυρίως, λόγους:

• Η επιχειρηματολογία της ήταν και παραμένει ισοπεδωτική και καταγγελτική και όχι λόγος ρεαλιστικής πρότασης για μια αλλαγή προς το καλύτερο.

• Η ετερόκλητη κυβερνητική σύμπραξη αποκάλυψε την έμφαση στην κατάληψη και διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας ασχέτως χρώματος πολιτικής και προσήμου θέσεων.

Τούτων δοθέντων, οδηγήθηκε σε ιδεολογική απογύμνωση, προγραμματικό κενό και διαχειριστικό αδιέξοδο. Έτσι, η παρούσα κυβέρνηση εκ των πραγμάτων: 

• Εμφανίζει τη μεγαλύτερη διάσταση προεκλογικών εξαγγελιών και κυβερνητικής πρακτικής σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη μετά το 1974.

• Διαθέτει την ασθενέστερη πολιτική επιχειρηματολογία στην προσπάθεια υπεράσπισης του έργου της. Η εικόνα των στελεχών της συμπολίτευσης που δηλώνουν πως αναγκάζονται να εφαρμόζουν αυτήν την πολιτική χωρίς να το θέλουν όπως και ο ισχυρισμός ότι η αιτία βρίσκεται συλλήβδην στην προ του ΣΥΡΙΖΑ μεταπολίτευση είναι φαιδρή και γι’ αυτό καθόλου πειστική. Γιατί, βεβαίως, ουδείς επιχαίρει-ούτε οι προηγούμενοι- όταν οι συνθήκες επιβάλλουν πολιτικές μονοδρόμου, όσο δε για τη μεταπολίτευση μπορεί να εκτιμηθεί πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο πρωταγωνιστής της μεταπολιτευτικής πολιτικής περιόδου το πιο πιθανό είναι η Ελλάδα να βρισκόταν στο διεθνές περιθώριο. 

• Δυσφορεί για την κριτική που της ασκείται δαπανώντας πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο σε μια τριτοκοσμικού τύπου αντιπαράθεση. Ως αντιπολίτευση έσπειρε ανέμους και ως κυβέρνηση θερίζει θύελλες. Οι χαρακτηρισμοί περί Πινοσέτ και Τσολάκογλου καθώς και η χρήση βίας ως πολιτικού εργαλείου επιστρέφουν και εκδικούνται τους εμπνευστές τους.

• Ηττήθηκε από τη μνημονιακή ατζέντα χωρίς να προσθέσει τη δική της νέα πολιτική. Ακόμη και η θέσπιση της απλής αναλογικής χωρίς ιδίως την κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών έγινε με όρους τακτικής και όχι αρχών.

• Αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τα στοιχεία δημοσιονομικής σταθεροποίησης παγιδευμένη στη δική της πρακτική, όταν οι καθ’ υπαγόρευση Αγανακτισμένοι ζητούσαν να καεί η Βουλή και τα πλεονάσματα των προηγούμενων περιόδων χαρακτηρίζονταν προϊόντα απομύζησης του αίματος του λαού.

• Επιλέγει να μιλά για τους δείκτες της οικονομίας διαχωρίζοντας τη χώρα από τους πολίτες που βιώνουν την πρωτοφανή κρίση στην καθημερινότητά τους. Άλλωστε, η λήξη του μνημονίου θα είχε συντελεστεί εδώ και κάποια χρόνια αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε τη στάση ευθύνης που απαιτεί σήμερα από τους άλλους.

4. Το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να αναχαιτίσει το κλίμα πόλωσης που τεχνηέντως καλλιεργούν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση. Στο επικείμενο Συνέδριο ορίζουμε με σαφήνεια αφενός το διακύβευμα για την ανταγωνιστική Ελλάδα και αφετέρου το πεδίο σύγκλισης του ευρύτερου δυνατού μετώπου δυνάμεων εντός και εκτός πολιτικής ώστε το εθνικό διακύβευμα να απαντηθεί υπέρ των συμφερόντων της χώρας και του ελληνικού λαού ταυτοχρόνως.


* το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» την Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Ομιλίες και συνεντεύξεις

You need Flash player 6+ and JavaScript enabled to view this video.

Playlist: 0 | 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7 | 8 | 9 | 10 | 11 | 12 | 13 | 14 | 15 | 16 | 17 | 18 | 19 | 20 | 21 | 22 | 23 | 24 | 25 | 26 | 27 | 28 | 29 | 30 | 31 | 32 | 33 | 34 | 35 | 36 | 37 | 38 | 39 | 40 | 41 | 42 | 43 | 44 | 45 | 46 | 47 | 48 | 49 | 50 | 51 | 52 | 53 | 54 | 55 | 56 | 57 | 58 | 59 | 60 | 61 | 62 | 63 | 64 | 65 | 66 | 67 | 68 | 69 | 70 | 71 | 72 | 73 | 74 | 75 | 76 | 77 | 78 | 79 | 80 | 81 | 82 | 83 | 84 | 85 | 86 | 87 | 88

Θεσμοί